Φασιανός

Φασιανός (Phasianus colchicus).
Ο αληθινός φασιανός κατάγεται από την Ασία , συγκεκριμένα από τις όχθες του ποταμού Φάσου απ” όπου , σύμφωνα με τον θρύλο, μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και στη Ευρώπη , από τον Ιάσονα και τους αργοναύτες.
Στην Γαλλία όπως φαίνεται πρωτοεμφανίστηκε από τον 9ο αιώνα. Για μεγάλο χρονικό διάστημα τον συναντάμε μόνο σε μερικά όμορφα βασιλικά κυνήγια της Ιλ-ντε-Φρανς . Η εύκολη όμως εκτροφή του ευνόησε στην συνέχεια Την εξάπλωση του. Σήμα κατατεθέν αυτού του πουλιού είναι η πολύ μακριά και μυτερή ουρά. Πολύχρωμο και πλουμιστό το αρσενικό , πιο λιτό στην εμφάνιση το θηλυκό.
Τον περασμένο αιώνα φώλιαζαν Φασιανοί στην Μακεδονία , στην Εύβοια , στην Αιτωλοακαρνανία, ακόμη και στην Αττική. Σήμερα ο αυτόχθων πληθυσμός του επιδημητικού αυτού είδους, πολύ περιορισμένος, επιβιώνει μόνο στο Δέλτα του Νέστου, στο παραποτάμιο δάσος του Κοτζά Ορμάν όπου απαντιούνται λίγες εκατοντάδες άτομα. Οι φασιανοί του Νέστου αποτελούν υπόλειμμα του γενετικά καθαρού και αγρίου πληθυσμού του είδους , δεν πρόκειται δηλαδή για απελευθερωμένα πουλιά [που έχουν εισαχθεί στην Ελλάδα και που βρίσκονται σε άλλα μέρη.
Ο φασιανός για το κυνήγι (Phasianus colchicus colchicus), δεν πρέπει να συγχέεται με τον φασιανό με περιλαίμιο (Phasianus colchicus torquatus), που μεταφέρθηκε από την Κίνα , τον περασμένο αιώνα. Άλλα υπο-είδη έχουν εισαχθεί στην Ευρώπη κατά την ίδια περίοδο, όπως ο φασιανός της Φορμόζας με πολύ ανοικτόχρωμο φτέρωμα.
Οι άγριοι Φασιανοί είναι πολύ όμοιοι με τους ήμερους , μολονότι σκουρότεροι και πιο μικροί σε μέγεθος. Επίσης, δεν έχουν το λευκό «κολάρο» των ήμερων πουλιών.

Οι πλήθος υβριδιώσεις που έγιναν, συγκεκριμένα ανάμεσα σε φασιανό κυνηγιού και σ” αυτόν με το περιλαίμιο , δεν επέτρεψαν καθόλου την ουσιαστική απομόνωση ενός ιδιαίτερου τύπου.

Ο αρσενικός έχει μήκος 76-89 εκατοστά και βάρος 1,4 -2 κιλά, στιλπνό σκουροπράσινο κεφάλι, κατακόκκινο σάρκωμα γύρω από τα μάτια και κοντές φούντες σαν κερατάκια…, πίσω από τα αφτιά.
Όταν τα μάγουλα του αρσενικού φουσκώσουν όταν θυμώσει η αναστατωθεί παρατηρούμε την εμφάνιση δύο μικρών κεράτων στην κάθε πλευρά του κεφαλιού , που αντιστοιχούν σε δύο μικρά φτερά αστραφτερού πράσινου.

Το υπόλοιπο φτέρωμα έχει αποχρώσεις κοκκινωπές και κιτρινικάστανες. Τα αρσενικά των απελευθερωμένων πληθυσμών έχουν ένα λευκό , στενό περιλαίμιο. Πιο απλός σε εμφάνιση ο θηλυκός , μήκους 53-64 εκατοστά και βάρους περίπου 1,2 κιλά, με σχεδόν ομοιόμορφο ανοιχτό καφετί πτέρωμα, αλλά και με κοντύτερη ουρά. Και χωρίς περιλαίμιο. Αυτό το βοηθά να περνά απαρατήρητο κατά την διάρκεια της φωλιάς , όταν κλωσάει.
Όταν νιώσει τον κίνδυνο, ο φασιανός προτιμάει να κρυφτεί μέσα στους θάμνους παρά να πετάξει. Το φτερούγισμα του είναι δυνατό.

Τρέφεται με σπόρους , φυτά, έντομα δημητριακά, σκουλήκια, μικρά σπονδυλωτά. Ο αρσενικός όταν πετάγεται μέσα από τις φτέρες και τα χορτάρια βγάζει ένα χαρακτηριστικό ήχο «γκοκ γκοκ» ενώ κράζει με την διαπεραστική του κραυγή «κερρκ-κοκ» .
Το θηλυκό ξεπετιέται αφήνοντας ένα λεπτό σφύριγμα. Από τις πρώτες μέρες του Μάρτη , αν οι κλιματολογικές συνθήκες είναι ήπιες, το αρσενικό εγκαταλείπει το μικρό κοπάδι με το οποίο πέρασε τον χειμώνα για να φύγει αναζητώντας μια περιοχή κοντά σε λίμνη , ένα προφυλαγμένο χώρο , ανάμεσα σε θάμνους , κοντά σε ένα καταφύγιο , σ” “ένα χωράφι η σ” ένα αυλάκι. Επικυρώνει στη συνέχεια την εδαφική του διεκδίκηση κι αποζητά την προσέλκυση θηλυκών βγάζοντας την χαρακτηριστική κραυγή σε δύο τόνους «Κοκ Κοκ Κρόκ» που την συνοδεύει με δυνατό κτύπημα φτερών . Βίαιες μάχες γίνονται , με χτυπήματα των νυχιών γίνονται μεταξύ αρσενικών. Το αρσενικό που θα κυριαρχήσει μπορεί να μαζέψει γύρω του μέχρι δέκα θηλυκά. Το ιδανικό είναι ένα αρσενικό με τέσσερα θηλυκά.
Αφού γονιμοποιηθούν τα θηλυκά , φεύγουν αναζητώντας τόπο για φωλιά, κοντά στα όρια ενός δάσους κλπ Το αρσενικό δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για τα μικρά του.
Φωλιάζει στο έδαφος , στους αγρούς, στα δάση, σε θαμνώδεις εκτάσεις . Γεννάει τον Μάιο-Ιούνιο από 8-15 αβγά που κλωσάει το θηλυκό επί 23-28 μέρες.
Τα μικρά του φασιανού τρέφονται κατά τις πρώτες τρεις εβδομάδες , με ζωικές πρωτεΐνες, σκουλήκια , σκαθάρια, μυρμήγκια , σαρανταποδαρούσες , έντομα και οστρακοειδή.
Η τροφή του ενήλικου πουλιού ποικίλλει στη συνέχεια ανάλογα με τις εποχές και τον περίγυρο . Είναι κύρια χορτοφάγο πουλί , τρώει σπόρους δημητριακών , καλαμπόκι , σιτάρι, βρώμη, φρούτα και καρπούς τους δάσους , ρίζες και γογγύλια, πράσινα φύλλα και νεαρά βλαστάρια. Δεν περιφρονεί όμως τα σκουλήκια , τα σκαθάρια η τα έντομα, ακόμη και μικρά ερπετά σαύρες η φίδια. Επίσης τσιμπολογά και χαλίκια που αποθηκεύει στην γκούσα του , θα διευκολύνουν τη διάλυση των τροφών και το πέρασμα τους από το πεπτικό σωλήνα.
Οι εχθροί του είναι τα δι” άφορα αρπακτικά , όπως αλεπού, κουνάβι, ασβός , γεράκια κ.λ.π.

Comments are closed.