Γενικά περί όπλων

 

Η ασφαλής χρήση του όπλου

Το κυνήγι για όλους εμάς είναι μια δραστηριότητα χαράς και ξενοιασιάς. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες είμαστε υποχρεωμένοι να ζούμε οι περισσότεροι είναι τόσο σκληρές και απάνθρωπες, που μας οδηγούν σε εξεύρεση αντισταθμιστικών δραστηριοτήτων ηρεμίας, γαλήνης και επιστροφής στη φύση για να εξισορροπήσουμε την συνεχή καταπίεση της σημερινής κοινωνίας.

Όμως, το καλό απέχει ελάχιστα από το κακό και συχνά βλέπουμε τη χαρά να μετατρέπεται σε λύπη ή τη διασκέδαση να μετατρέπεται σε τραγωδία σε κλάσματα του δευτερολέπτου.

Στόχος αυτής της στήλης είναι να δώσει στους αρχάριους τη γνώση που απαιτείται σε βασικό επίπεδο για να ασχοληθεί κάποιος με το κυνήγι. Παράλληλα όμως οι έμπειροι που διαβάζουν τούτες τις γραμμές θα διαπιστώσουν ότι ορισμένα βασικά στοιχεία των αρχών του κυνηγίου έχουν ατονήσει με τα χρόνια αν και έχουν ιδιαίτερη σημασία.

Τα όπλα έχουν εκατομμύρια φίλους σε όλο τον κόσμο. Το κυνήγι, η σκοποβολή αλλά και η προσωπική ασφάλεια, σχετίζονται άμεσα με τη χρήση των όπλων για ειρηνικούς σκοπούς . Το βασικότερο στοιχείο όμως στη χρήση των όπλων είναι η ασφάλεια αυτού που το κρατά, καθώς και η ασφάλεια όλων όσων βρίσκονται γύρω του.

Η βασική αρχή στην χρήση των όπλων είναι η πιο κάτω: ΚΑΝΕΝΑ ΟΠΛΟ ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ. ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΤΟ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙ.

Με βάση λοιπόν τον πιο πάνω κανόνα, θα πρέπει να μην ξεχνάμε ποτέ μερικές βασικές αρχές τις οποίες θα πρέπει να τηρούμε απαρέκλιτα.

1. Η κάννη του όπλου πρέπει πάντοτε να είναι στραμμένη σε ασφαλή κατεύθυνση. Είναι αδύνατο να γνωρίζουμε πότε και για πιο λόγο ένα όπλο μπορεί να πυροβολήσει ανεξάρτητα από την θέλησή μας. Αν κατά συνέπεια συμβεί αυτό, η βολή του δεν επιτρέπεται να βρεθεί σε κατεύθυνση που βρίσκονται άνθρωποι, ζώα ή αντικείμενα.

2. Το δάκτυλο δεν πλησιάζει ποτέ την σκανδάλη, παρά μόνο τη στιγμή που θα πυροβολήσουμε. Οι παλαιοί έλεγαν ότι η σκανδάλη είναι γλυκιά (όπως και το γκάζι). Δεν αγγίζουμε ποτέ χωρίς λόγο την σκανδάλη αλλά αποφεύγουμε ακόμη και να την πλησιάσουμε. Ένα γλίστρημα ή ένα σκούντημα είναι αρκετά για να πιεστεί η σκανδάλη αθέλητα.

3. Δεν γεμίζουμε ποτέ το όπλο πριν από την ώρα που θα το χρησιμοποιήσουμε. Απαγορεύεται να γεμίζουμε τα όπλα μέσα στο σπίτι, στο αυτοκίνητο ή κοντά σε ανθρώπους. Βλάβες και λάθη δεν γίνονται κάθε μέρα. Όταν θα συμβούν όμως δεν θα πρέπει να είναι μοιραία.

4. Δεν πυροβολούμε ποτέ αν δεν γνωρίζουμε ποιος ακριβώς είναι ο στόχος μας. Ένα κλαδί που κινήθηκε, μια σκιά που πέρασε ή ένα αντικείμενο που δεν φαίνεται καθαρά, δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να γίνουν στόχος μας.

5. Δεν πυροβολούμε ποτέ αν δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς βρίσκεται πίσω από τον στόχο μας. Οι περισσότεροι τραυματισμοί κυνηγών έχουν γίνει από αυτή την αιτία. Ένας θάμνος ή ένα δέντρο που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε μας και έναν άλλο κυνηγό, δεν είναι αρκετά για να συγκρατήσουν τα σκάγια μας.

6. Δεν πυροβολούμε ποτέ παράλληλα με το έδαφος, αν δεν είμαστε σε ανοικτό πεδίο. Ένας κυνηγός ή ένα κατοικίδιο ζώο ενδέχεται να καλύπτεται από την βλάστηση και να βρεθεί στην κατεύθυνση της βολής μας.

7. Δεν αγγίζουμε ποτέ ένα όπλο αν δεν είμαστε σίγουροι ότι δεν έχει κάποια λειτουργική βλάβη. Ένα όπλο που παρουσιάζει λειτουργικό πρόβλημα ενδέχεται να πυροβολήσει απροειδοποίητα. Εμπλοκή ή σφηνωμένο φυσίγγια θα πρέπει να μας κάνουν καχύποπτους και θα πρέπει να διορθώνονται μόνο από απόλυτα εξειδικευμένα άτομα.

8. Πριν μάθουμε οτιδήποτε για ένα όπλο, θα πρέπει να μάθουμε πώς ασφαλίζει. Η ασφάλεια ενός όπλου είναι το σημαντικότερο εξάρτημα και θα πρέπει να είναι το πρώτο που θα αναζητήσουμε πριν γνωρίσουμε το όπλο. Η χρήση της ασφάλειας δεν είναι ποτέ περιττή.

9. Χρησιμοποιούμε μόνο τα πυρομαχικά που συνιστά ο κατασκευαστής. Κανένας δεν γνωρίζει περισσότερα για ένα όπλο από εκείνον που το κατασκεύασε. Το είδος και ο τύπος των πυρομαχικών δεν επιτρέπεται ποτέ να είναι διαφορετικός από αυτόν που συνιστά ο κατασκευαστής. Υπεργομώσεις, ιδιοκατασκευές, λανθασμένα μήκη ή διαμετρήματα, μπορεί να καταστρέψουν το όπλο και να μας τραυματίσουν σοβαρά.

10. Φοράμε πάντοτε γυαλιά ασφαλείας όταν κινούμαστε σε κυνηγότοπους και σκοπευτήρια. Ιδιαίτερα στη χώρα μας, όπου τα όπλα με σκάγια είναι πολύ διαδεδομένα, τα γυαλιά ασφαλείας είναι απαραίτητα. Πολλοί κυνηγοί και σκοπευτές έχασαν την όρασή τους από αδέσποτα σκάγια σε κυνηγότοπους και σκοπευτήρια.

11. Πριν χρησιμοποιήσουμε όπλα δεν χρησιμοποιούμε ποτέ αλκοόλ ή φαρμακευτικές ουσίες. Πιστεύουμε ότι για το θέμα αυτό κάθε σχόλιο περιττεύει.

12. Κρεμάμε πάντοτε το όπλο στον ώμο όταν ακολουθούμε συγκυνηγό μας. Η κάννη του κρεμασμένου στον ώμο όπλου «κοιτά» πάντοτε προς τον ουρανό. Είναι αδιανόητο να σκεπτόμαστε ότι μπορεί να πυροβολήσουμε ενώ ένας άνθρωπος βρίσκεται μπροστά μας.

13. Αδειάζουμε εντελώς το όπλο και ανοίγουμε το κλείστρο ή διπλώνουμε (σπάμε) το δίκαννο όταν βρισκόμαστε κοντά σε ανθρώπους. Η ασφάλεια των ανθρώπων που βρίσκονται γύρω μας είναι βέβαια πρωταρχικής σημασίας θέμα για μας, αλλά θα πρέπει να κάνουμε και εκείνους να αισθάνονται ασφαλείς. Το ανοικτό κλείστρο ή το σπασμένο δίκαννο πείθουν τους γύρω μας ότι είναι ασφαλείς και έχουν δίπλα τους κάποιον που τους σέβεται.

14. Δεν επιτρέπουμε σε άλλους να αγγίζουν το όπλο μας αν δεν βεβαιωθούμε ότι το γνωρίζουν καλά. Πριν παραδώσουμε σε κάποιον το όπλο μας θα πρέπει να το αδειάσουμε και να βεβαιωθούμε ότι είναι σε θέση να το κρατήσει, να το περιεργαστεί ή να το χρησιμοποιήσει με ασφάλεια.

15. Δεν αφήνουμε ποτέ το όπλο σε σημείο που μπορεί να το φτάσουν παιδιά. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι τα παιδιά προσπαθούν να μιμηθούν τους άντρες και καραδοκούν πότε θα βρεθεί η κατάλληλη στιγμή για να περιεργαστούν τα όπλα και να παίξουν με αυτά. Μια κλειδαριά σκανδάλης είναι μια πολύ καλή λύση αν υπάρχουν παιδιά στο σπίτι.

16. Δεν αποθηκεύουμε ποτέ τα όπλα στον ίδιο χώρο με τα φυσίγγια. Η εύκολη γόμωση των όπλων μέσα στο σπίτι μας θα πρέπει να είναι ένα από τα πρώτα πράγματα που θα αποφύγουμε. Πολλοί κυνηγοί έχασαν τη ζωή τους από το ίδιο το όπλο και τα φυσίγγια τους. Αποκλείστε ή περιορίστε στο ελάχιστο τη δυνατότητα κάποιου να γεμίσει το όπλο σας.

17. Πριν γεμίσουμε το όπλο ελέγχουμε το εσωτερικό της κάννης. Ένα πανάκι, ένα φύλλο, λίγο χώμα ή λίγο χιόνι είναι αρκετά για να εμποδίσουν την ελεύθερη έξοδο της βολής, με αποτέλεσμα να σπάσει η κάννη και να τραυματιστούμε εμείς και οι γύρω μας.

18. Μην ξεχνάτε ποτέ ότι για οποιαδήποτε εγκληματική ενέργεια που μπορεί να γίνει με το όπλο μας είμαστε συνυπεύθυνοι.

19. Σε περίπτωση κλοπής του όπλου μας, ενδέχεται να διωχθούμε ποινικά για πλημμελή φύλαξη. Μην αφήνετε ποτέ το όπλο σας στο αυτοκίνητο ή σε εξοχικές κατοικίες όπου μπορεί να γίνουν στόχος κλεφτών. Η κλοπή του όπλου δεν βαρύνει μόνο τον κλέφτη αλλά και εσάς.

20. Απενεργοποιείστε τα όπλα που δεν χρησιμοποιείτε συχνά. Αφαιρέστε ένα λειτουργικό εξάρτημα από τα όπλα που δεν χρησιμοποιείτε τακτικά και κρύψτε το σε άλλο μέρος. Η πάπια (ξυστός) για τα δίκαννα είναι εύκολη λύση ή η σκανδαλοθήκη του επαναληπτικού και του αυτογεμούς.

Μπάμπης Αιγινήτης

 

Η σημασία των διαστάσεων του κοντακίου

Με ρωτούν πολλοί κυνηγοί για τις διαστάσεις των κανών των όπλων (μήκος κάνης, θαλάμης, διάμετρο αυλού, κ.λ.π.) και τη σημασία τους στην επιτυχία μιας βολής. Ελάχιστοι όμως με ρωτούν για την σημασία που έχουν οι διαστάσεις του κοντακίου στην επιτυχία μιας βολής, οι οποίες μπορεί να μην είναι εμφανείς – όπως εκείνες της κάνης – όμως είναι σημαντικότερες.

Μια φράση που δεν πρέπει να ξεχνάμε λέει: «Οι κάνες βάλλουν όμως το κοντάκι επιτυγχάνει».

Για κάποιον που κυνηγά με ραβδωτό όπλο, όπως οι προνομιούχοι κάτοικοι του εξωτερικού, μπορεί να έχει ευστοχία με ένα κοντάκι, το οποίο δεν έχει τις ακριβείς διαστάσεις που ταιριάζουν στον σωματότυπό του και αυτό γιατί ντουφεκάει σχεδόν αποκλειστικά σταθερούς στόχους. Αρκεί να σκεφτείτε την σχηματική φτώχεια που διέθεταν τα κοντάκια των στρατιωτικών όπλων του παρελθόντος (MANLICHER, MAUSER, LEE ENFIELD, M1 GARAND, κ.λ.π.) και όμως πολλοί στρατιώτες είχαν σημαντικές επιτυχίες σε σταθερούς στόχους με αυτά. Όμως το κοντάκι του λειόκανου κυνηγετικού όπλου που προορίζεται για κινητούς στόχους όπως τα πτερωτά θηράματα, χρειάζεται συγκεκριμένες διαστάσεις, που να ταιριάζουν όσο το δυνατόν περισσότερο με τον σωματότυπο του κυνηγού. Ο κυνηγός, όπως και ο σκοπευτής του σκητ ή του σπόρτινγκ, έχει στη διάθέση του ένα ελάχιστο χρόνο δεκάτων του δευτερολέπτου για να επωμίσει και να σκοπεύσει το πουλί που σηκώθηκε από τη φέρμα του σκύλου ή ξεπετάχτηκε ξαφνικά στο περπατητό κυνήγι. Στο σκητ και στο σπόρτινγκ, όπου το όπλο δεν επωμίζεται αν δεν εμφανιστεί πρώτα ο δίσκος (το πιάτο, όπως λέγεται), ο σκοπευτής έχει στη διάθεσή του ένα δραματικά μικρό χρόνο, από μισό έως το πολύ ένα δευτελόπεπτο, που θα πρέπει να επωμίσει και να ρίξει με επιτυχία σε ένα ή δύο δίσκους ταυτόχρονα. Συνεπώς, είναι επιβεβλημένο να διαθέτει κοντάκι σωστής προσαρμογής στο σώμα του σκοπευτή και να έχουν προσεχθεί οι λεπτομέρειες των διαστάσεών του. Να δούμε όμως ποιες είναι αυτές οι διαστάσεις και ποια είναι η σημασία τους για την ευστοχία της βολής μας.

Οι διαστάσεις του κοντακίου χωρίζονται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει τις κύριες διαστάσεις και το δεύτερο μέρος τις δευτερεύουσες διαστάσεις, οι οποίες βέβαια δεν θεωρούνται ήσσονος σημασίας, το αντίθετο θα έλεγα. Όμως κάποιες από τις δευτερεύουσες διαστάσεις δεν υπάρχουν σε κάποιους τύπους κοντακίου, ενώ οι κύριες διαστάσεις υπάρχουν σε όλους τους τύπους, ανεξαρτήτως σχήματος. Αξίζει όμως σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε τις σχηματικές κατηγορίες και τους τύπους των κοντακίων που υπάρχουν σήμερα στα λειόκανα κυνηγετικά όπλα και που καλό είναι να τα ξέρει ο κυνηγός, όπως και τη χρηστικότητά τους.

Ο πρώτος και αρχαιότερος τύπος κοντακίου είναι ο αγγλικός με ίσια λαβή και θεωρείται το ιδανικότερο για δισκάνδαλα δίκανα, διότι διευκολύνει στη μετακίνηση του δείκτη από την πρώτη στην δεύτερη σκανδάλη, χωρίς μάλιστα να υπάρχει κίνδυνος μικροτραυματισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι τα πανάκριβα δισκάνδαλα δίκανα (τα λειόκανα) διαθέτουν, όλα σχεδόν, τέτοια κοντάκια.

Ο δεύτερος τύπος είναι το ημι-πιστολοειδές κοντάκι (ντεμί-πιστολέ), που για πολλούς ονομάζεται γαλλικός τύπος, ενώ οι ’γγλοι το ονομάζουν κοντάκι με λαβή «Prince of Wales», δηλ. του πρίγκιπα της Ουαλίας. (Ο οποίος στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα όταν παράγγελνε τα πλαγιόκανα που χρησιμοποιούσε στους οίκους του Λονδίνου, ζητούσε να έχουν ημιστολοειδή λαβή με ανοικτή καμπύλη).

Ο τρίτος τύπος είναι το πιστολέ κοντάκι, όπως υπαγορεύει η λαβή του, που είναι ιδιαίτερα χρήσιμο σε μονοσκάνδαλα δίκανα, ενώ δεν θεωρείται χρήσιμο στα δισκάνδαλα. Σχεδόν όλα τα αυτογεμή (καραμπίνες) διαθέτουν αυτόν τον τύπο κοντακίου και οι οποίες βέβαια διαθέτουν μία σκανδάλη.

Η επιλογή του τύπου του κοντακίου, όπως αντιλαμβάνεστε, θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα τη χρηστική του πλευρά και όχι την αισθητική του. Όπως επίσης και με το είδος του κυνηγίου που θα χρησιμοποιηθεί το συγκεκριμένο όπλο ή το σκοπευτικό άθλημα. Για παράδειγμα, ενώ ένα κοντάκι με ίσια λαβή έχει χρηστική αξία στον κυνηγότοπο και ειδικά στο περπατητό κυνήγι με σκύλο φέρμας, είναι «άβολο» με μηδενική χρηστική αξία σε ένα σκοπευτικό άθλημα του κυνηγετικού όπλου (σκητ, τραπ).

Επιστρέφουμε όμως στις διαστάσεις του κοντακίου και τη σημασία τους, αρχίζοντας από το πρώτο μέρος που εμπεριέχει τις τρεις κύριες διαστάσεις.

1. Το μήκος του κοντακίου είναι η απόσταση από την σκανδάλη (την πρώτη στα δισκάνδαλα) στο μέσον του πέλματος. Το μακρύτερο κοντάκι από αυτό που ταιριάζει στον σωματότυπό μας θα έχει σαν συνέπεια να «σκαλώνει» στην μασχάλη σε κάθε απόπειρα επώμισης, ενώ το κοντύτερο θα φέρνει τον αντίχειρα σχεδόν πάνω στη μύτη. Χώρια που με την ανάκρουση της πρώτης ντουφεκιάς, είναι πολύ πιθανόν ο μέσος (το μεσοδάκτυλο) να πληγωθεί από τον προφυλακτήρα της σκανδάλης.

2. Η μικρή κλίση του κοντακίου είναι η απόσταση της μπροστά γωνίας, του πάνω μέρους του (κτένι), με την νοητή σκοπευτική ευθεία αν προεκταθεί η ρίγα. Αν δεν υπάρχει ρίγα εξαεριζόμενη ή μη, τότε παίρνουμε την ευθεία του στοχάστρου και νοητά την επεκτείνουμε πάνω από το κοντάκι. Αυτή λοιπόν η απόσταση της γωνίας με τη νοητή ευθεία είναι η μικρή κλίση που σε περίπτωση κοντακίου τύπου MONTE CARLO, δηλ. παράλληλο και υπερυψωμένο κτένι, συνεχίζεται με τα ίδια χιλιοστά μέχρι την άκρη του MONTE CARLO, που σταματά 3 με 4 εκ. πριν την κορυφή του πέλματος. Η σημασία αυτής της διάστασης, σε συνάρτηση με την μεγάλη κλίση, που θα δούμε αμέσως μετά, είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι καθορίζει το ύψος της βολής. Από αυτή εξαρτάται το αν θα «ψηλοντουφεκάει» και πόσο το όπλο μας ή θα χαμηλοντουφεκάει ή θα ρίχνει ακριβώς στο σημείο που σκοπεύουμε.

3. Η μεγάλη κλίση του κοντακίου είναι η απόσταση της πίσω γωνίας, δηλ. της κορυφής του πέλματος με την νοητή σκοπευτική ευθεία, αν προεκταθεί η ρίγα. Η σημασία αυτής της διάστασης στην περίπτωση ενός συμβατικού κοντακίου (όχι MONTE CARLO) που έχουν τα περισσότερα κυνηγετικά όπλα, καθορίζει το ύψος της βολής, σε συνάρτηση με τη μικρή κλίση που αναφέραμε προηγουμένως.

Στο δεύτερο μέρος εμπεριέχονται όλες οι δευτερεύουσες διαστάσεις του κοντακίου, που όμως είναι ιδιαίτερης σημασίας και καθορίζουν πολλές φορές όχι μόνο το που θα πάει η βολή μας, αλλά και το πώς θα συμπεριφερθεί το όπλο κατά την βολή. Να τις δούμε όμως αναλυτικά αυτές τις «άγνωστες» για πολλούς διαστάσεις του κοντακίου και τη σημασία τους.

1. Cast-off & cast-on είναι η πλάγια παρέκκλιση του κοντακίου που βοηθάει τους δεξιοεπωμίζονταες (το cast-off) και τους αριστεροεπωμίζοντες (το cast-on), να στείλουν τη βολή τους εκεί που βλέπουν τα μάτια τους, χωρίς πλάγια εκτροπή και χωρίς να χρειάζεται να «πλαγιάζουν» το κεφάλι τους για να ευθυγραμμιστούν με την σκοπευτική ευθεία. Η μέτρηση αυτής της παρέκκλισης γίνεται σε τρία σημεία: Α) στην πάνω γωνία, που μετριέται η μικρή κλίση, Β) πίσω στην κορυφή του πέλματος, δηλ. στη μεγάλη κλίση και Γ) στο κάτω μέρος του πέλματος.

2. Το Pitch (Πίτς) είναι η κλίση που έχει το πέλμα και βοηθάει στην σωστή έδραση του κοντακίου στον ώμο. Μετριέται με δύο τρόπους: Ο πρώτος είναι με την απόσταση από την σκανδάλη στο πάνω μέρος του πέλματος, στο μέσον και στο κάτω. Ο δεύτερος είναι με μέτρηση της απόστασης από το στόχαστρο στην ευθεία που αποτελεί την κάθετη πλευρά μιας ορθής γωνίας, που συνδέει το πέλμα με την αρχή της σκοπευτικής ευθείας. Η σημασία του Πιτς είναι μεγάλη, ειδικά στην ανάκρουση που νιώθει το σώμα κατά την πρώτη βολή και το πόσο θα ανέβει ή θα κατέβει ή θα παραμείνει σταθερή η κάνη κατά την δεύτερη βολή μετά την ανάκρουση της πρώτης.

3. Απόσταση κτένι με καθρέπτη είναι η μετρήσιμη απόσταση από το πάνω μέρος του καθρέπτη της βάσης – που ουσιαστικά ξεκινά η σκοπευτική ευθεία – μέχρι την γωνία στο κτένι, όπου μετριέται η μικρή κλίση που αναφέραμε στο πρώτο μέρος. Στον κατασκευαστικό τομέα του κοντακίου έχει σημασία στις περιπτώσεις ενός πιστολέ ή ενός κοντακίου με ίσια λαβή (αγγλικού τύπου).

4. Διάμετρος λαβής είναι το πάχος που έχει η λαβή στο πιάσιμο που θα κάνει ο χρήστης και διαφέρει αναλόγως με το μέγεθος της παλάμης. Η σημασία της διαμέτρου είναι μεγάλη, διότι μια λεπτότερη λαβή από αυτή που χρειάζεται ο κυνηγός ή ο σκοπευτής θα έχει ως συνέπεια η παλάμη να μετακινείται μπροστά με την ανάκρουση του όπλου. Αν είναι μεγαλύτερη από αυτή που χρειάζεται, τότε δεν υπάρχει σωστή υποστήριξη από την παλάμη σε δυνάμεις στρέψης και δεν έχουμε σταθερό κράτημα.

5. Μήκος πιστολοειδούς λαβής είναι η απόσταση μεταξύ της σκανδάλης όπου ακουμπάει ο δείκτης του χεριού, μέχρι την άκρη της πιστολοειδούς λαβής. Η σημασία της είναι καθοριστική στην κυρτότητα της λαβής και η γωνία που θα έχει ο καρπός όταν κρατάει τη λαβή με τον πήχη διευκολύνει την ανοδική κίνηση του κοντακίου κατά την επώμιση.

6. Ύψος πιστολοειδούς λαβής είναι η απόσταση μεταξύ του σημείου που ο αντίχειρας αγκαλιάζει το πάνω μέρος της λαβής και το κάτω άκρο του πιστολέ, όπου θα τελειώνει και το πιάσιμο της παλάμης. Έχει σημασία κατά κύριο λόγο στα σκοπευτικά κοντάκια, ενώ σπανίως υπολογίζεται στα κυνηγετικά.

7. Ύψος πέλματος είναι η καθ” ύψος μετρήσιμη επιφάνεια του πέλματος στο σημείο που ακουμπάει στον ώμο. Η σημασία που έχει είναι στο να εφαρμόζει άρτια στο ύψος που έχει η επιφάνεια επαφής του ώμου, χωρίς να περισσεύει πάνω ή κάτω το πέλμα, αλλά ούτε και να φαίνεται λειψό.

8. Πλάτος στο μέσον του πέλματος είναι το εύρος που έχει η επιφάνεια του πέλματος σε σχέση με το εύρος της επιφάνειας έδρασης του ώμου μας. Η σημασία του έγκειται κυρίως στην αισθανόμενη ανάκρουση στο σώμα μας την στιγμή της ντουφεκιάς. Έχω συναντήσει υπερβολικά στενά κοντάκια στο πάχος επιφανείας του πέλματος, αλλά και κάποια με υπερβολικά φαρδιά επιφάνεια, που σε παραπέμπουν να φανταστείς πώς θα ήταν ο ώμος αυτού που το παρήγγειλε.

Όπως διαπιστώνετε, τα πράγματα δεν είναι απλά με το κοντάκι. Ίσως αυτό είχε οδηγήσει έναν ’γγλο ειδικό να λέει χαριτολογώντας, ότι αν βρεις το όπλο με το κοντάκι που σου ταιριάζει απόλυτα, αγόρασέ το όσο κι αν κάνει και αν δεν το πουλάνε … κλέψε το!

Ένα λοιπόν κοντάκι σωστής προσαρμογής στο σώμα μας είναι ίσως η πανάκεια λύση για να τελειώνουμε με το όπλο και να ασχοληθούμε με την επώμιση και τις σκοπευτικές τεχνικές του κινούμενου στόχου. Σε αυτό το σημείο πρέπει να αποσαφηνίσουμε ότι η γνωμάτευση των διαστάσεων σε σχέση με τον σωματότυπο του κυνηγού ή του σκοπευτή, είναι δουλειά προπονητή σκοπευτικής αγωγής και όχι οπλουργού. Ο οπλουργός και μάλιστα αυτός που έχει εξειδίκευση στα κοντάκια (ο κοντακάς όπως λέγεται), θα συνεργαστεί με τον προπονητή και κάτω από τις οδηγίες του θα τροποποιήσει τις διαστάσεις ενός υπάρχοντος κοντακίου, ή αν κριθεί απαραίτητο, θα κατασκευάσει εξ” αρχής ένα νέο κοντάκι για τις ανάγκες του κυνηγού.



Γιατί αξίζει να επιλέξουμε ένα σούπερ ποζέ

Ο τίτλος του σημερινού άρθρου έχει αποτελέσει πολλές φορές θέμα συζήτησης στους κυνηγετικούς κύκλους, στα στέκια και σε όσους σκέφτονται να μεταπηδήσουν από το αυτογεμές (καραμπίνα) στο αλληλεπίθετο (σούπερ ποζέ). Επίσης, αποτελεί ένα είδος προβληματισμού σε όσους τώρα μπαίνουν στην κυνηγετική οικογένεια και αμφιταλαντεύονται μεταξύ δίκανου και αυτογεμούς. Γιατί πάνω απ” όλα μας ενδιαφέρει η νέα γενιά των κυνηγών να μην κάνει τα λάθη της παλιάς και να κάνει τις επιλογές της όχι με γνώμονα την ισχύ πυρός, αλλά με κατασκευαστικά προτερήματα, την αξιοπιστία και την σκοπευτική υπεροχή ενός όπλου. Από τα δίκαννα, τα πλαγιόκανο έχει το ένδοξο παρελθόν και τον ρομαντισμό που κανείς δεν αμφισβητεί, αντιθέτως μάλιστα, δεν είναι λίγοι οι κυνηγοί με μεράκι που το χρησιμοποιούν ανελλιπώς.

Σήμερα το αλληλεπίθετο έχει την τιμητική του, αφού τα τελευταία χρόνια γνωρίζει μεγάλη δημοτικότητα και η απήχησή του σε όλο και περισσότερους κυνηγούς με σύγχρονη αντίληψη συνεχώς αυξάνεται. Αδιαφιλονίκητα θα αποτελέσει το δημοφιλέστερο κυνηγετικό όπλο του μέλλοντος. Να δούμε όμως πως ξεκίνησε και πως εξελίχτηκε μέχρι σήμερα, γιατί πραγματικά αξίζει να το γνωρίζουμε.

Η ιστορία του αλληλεπίθετου όπλου ξεκινάει από πολύ παλιά, κάπου στα 1616, όταν μερικοί Ιταλοί οπλοποιοί της εποχής δοκίμαζαν να συγκολλήσουν τη μία κάνη πάνω στην άλλη στα εμπροσθογεμή αρκεβούζια της εποχής. Οι δυσκολίες που υπήρχαν, έκαναν πολλούς να εγκαταλείψουν την ιδέα και άλλους να προχωρούν με πολύ αργό ρυθμό σε σχέση με το πλαγιόκανο. Όμως, από τις αρχές ακόμη του 17ου αιώνα, οι ειδικοί της τότε εποχής αναγνώριζαν την υπεροχή της μονής σκοπευτικής επιφάνειας από το φάρδος που δίνουν οι δύο πλάγιες κάνες. Όμως μπαίνοντας με αργούς κατασκευαστικούς ρυθμούς στον 20ο αιώνα, οι οπλοκατασκευαστές είχαν να αντιμετωπίσουν δύο βασικά προβλήματα για την κατασκευή ενός αξιόπιστου αλληλεπίθετου. Αυτά ήταν α) η τοποθέτηση των κλειδιών και β) το κόψιμο και η κατεργασία της βάσης για να δεχτεί τις κάθετες κάνες.

Τα όπλα με δύο κάνες εκείνης της εποχής, μην ξεχνάμε ότι ήταν όλα πλαγιόκανα με τσακμακόπετρα, με περιστροφικό κλείσιμο από κάτω, με σχεδίαση flintlock και κάτι κοκόρια μεγάλα, που θύμιζαν αυτιά κουνελιού. Το αλληλεπίθετο ήθελε μία διαφορετική φιλοσοφία και μαστοριά, αφού έπρεπε να είναι υποχρεωτικά εσώσφυρο, πράγμα πολύ πρωτοποριακό για την εποχή.

Όμως, οι διάσημοι οπλοκατασκευαστές του Λονδίνου, πάλι αποδείχτηκαν πρωτοπόροι και στην κατασκευή του αλληλεπίθετου. Ο Wooward σχεδίασε το πρώτο σούπερ ποζέ στις αρχές του περασμένου αιώνα, με χαμηλό προφίλ, ακολούθησε ο Boss, κατόπιν οι Purdeys, Holland & Holland και η Westley Richards του Μπίρμινχαμ, οι οποίοι άρχισαν να εμφανίζουν δικά τους σούπερ ποζέ. Από τους πρώτους επίσης που εμφάνισε σούπερ ποζέ ήταν και ο ’γγλος F. Beesley, εξαιρετικός κατασκευαστής. Όλοι αυτοί κατασκεύαζαν τα χειροποίητα αυτά σούπερ ποζέ σε διπλάσιο χρόνο απ” όσο χρειάζονταν για το πλαγιόκανο, αφού απαιτείτο ένα εξειδικευμένο άτομο που θα έκοβε και θα διαμόρφωνε τη βάση από ατόφιο σφυρήλατο κομμάτι ατσαλιού, θα έκανε τα τρυπήματα με τρυπάνι χειρός, ακολούθως εφαρμογές στο χέρι και ατελείωτες ώρες δουλειά με τις λίμες. Φυσικά η τιμή του ήταν διπλάσια ή τριπλάσια απ” ότι ενός πλαγιόκανου του ίδιου κατασκευαστή. Εκείνα τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα, ξεκίνησαν να κατασκευάζουν τα δικά τους σούπερ ποζέ οι γερμανικές βιομηχανίες της SUHL με πρωτοπόρους την MERKEL και την GRIEFELT, καθώς και κάποιοι μικροί Βέλγοι κατασκευαστές στη Λιέγη. Η επανάσταση όμως στην κατασκευή του σούπερ ποζέ ήρθε από το ευφυέστατο μυαλό του διάσημου John Browning το 1925, ο οποίος έφερε το σούπερ ποζέ πιο κοντά και σε πιο προσιτή τιμή για εκείνη την εποχή στον μέσο κυνηγό. Δυστυχώς ο John Browning πέθανε πριν δει τα σχέδιά του να υλοποιούνται, όμως ο γιος του ο Val, το 1928 ξεκίνησε να διαθέτει πλέον έτοιμο το όπλο στην αγορά, τελειοποιώντας ο ίδιος τον μηχανισμό της μονής σκανδάλης, αφού ο πατέρας του το είχε σχεδιάσει δισκάνδαλο.

Τα BROWNING και τα MERKEL ήταν κατασκευαστικά πρότυπα και για πολλούς άλλους, Ευρωπαίους κυρίως, κατασκευαστές που ήθελαν όπλα υψηλού προφίλ να διαθέσουν στους πελάτες τους. Ακολούθησε η μεγάλη αμερικάνικη βιομηχανία REMIGNTON το 1932 με το σούπερ ποζέ της Μ-32, του οποίου τα σχέδια πούλησε και στην γερμανική βιομηχανία KRIEGHOFF, που εμφάνισε στην αγορά το δικό της αλληλεπίθετο με την ονομασία Κ-32.

Το 1933 μπήκε στην κούρσα δυναμικά και η ιταλική BERETTA με τα σούπερ ποζέ της σειράς SO, τα οποία από τότε έχουν εξελιχθεί με πολύ μικρές διαφορές στον μηχανισμό τους με τις ολόκληρες φωτιές, καθώς και στην αισθητική τους. Είναι το κορυφαίο ποιοτικά σούπερ ποζέ της ιταλικής βιομηχανίας, που κατασκευάζεται κατόπιν παραγγελίας και είναι χειροποίητο. Η σχεδίαση του BERETTA SO χαρακτηρίστηκε από μεσαίο προφίλ και από μία ξεχωριστή προσωπικότητα, που αποπνέει αυτό το όπλο.

Από τις άλλες αμερικάνικες εταιρίες που κατασκεύασαν σούπερ ποζέ ήταν η MARLIN με το μοντέλο 90 και η SAVAGE με τα μοντέλα 420 και 430. Η CHARLES DALY και η WINCHESTER διέθεταν από τις αρχές του 1960 μέχρι και μέσα της δεκαετίας του ’80 πολύ καλής κατασκευής σούπερ ποζέ, κατασκευασμένα όμως στην Ιαπωνία. Ο πρώτος συνεργάστηκε με την MIROKU και η δεύτερη με την OLIN KONTESHA. Η MIROKU επίσης κατασκευάζει από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 τα γιαπωνέζικα BROWNING (CITORI, B-325, 425 & 525), ενώ τα βελγικά BROWNING κατασκευάζονται σήμερα πλέον μόνο κατόπιν παραγγελίας στη Λιέγη, εκεί που πρωτοκατασκευάστηκαν στο εργοστάσιο FABRIQUE NATIONALE (F.N.).

Τα προτερήματα του σούπερ ποζέ έναντι του κλασικού πλαγιόκανου ήταν εκτός από το μονό σκοπευτικό επίπεδο και η κατανομή των δυνάμεων της ανάκρουσης σε ευθεία γραμμή προς τα πίσω. Κάτι που επέτρεπε καλύτερο έλεγχο του όπλου μετά την πρώτη τουφεκιά και μειωμένη ανύψωση του στομίου. Τα παλαιότερα χρόνια, που η περιστεροβολία ήταν το κύριο επάγγελμα πολλών σκοπευτών και τα στοιχήματα έκρυβαν πολύ χρήμα, το σούπερ ποζέ σε μοντέλα για περιστεροβολία ήταν η πρώτη τους επιλογή. Κατόπιν, η αθλητική σκοποβολή των ολυμπιακών αθλημάτων trap και skeet, που απαιτούσε υψηλές κατασκευαστικές προδιαγραφές και προπάντων άψογη βλητική συμπεριφορά του όπλου, βοηθώντας τον σκοπευτή στο έργο του, καθιέρωσε το σούπερ ποζέ σαν το κορυφαίο λειόκανο όπλο για ιπτάμενους στόχους. Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα η πρώτη επιλογή για όπλο κυνηγετικής σκοποβολής sporting, που αποτελεί την προσομοίωση του κυνηγίου, είναι το σούπερ ποζέ. Ήδη βλέπουμε τη στασιμότητα πλέον που έχει επέλθει στο κλασικό πλαγιόκανο, ενώ τα σούπερ ποζέ εξελίσσονται ασταμάτητα με νέες εκδόσεις και μία συνεχή τάση αναβάθμισης των μοντέλων. Αυτό βέβαια οφείλεται στην ολοένα και αυξανόμενη ζήτηση μοντέλων σούπερ ποζέ από κυνηγούς και σκοπευτές.

Σήμερα, μπορούμε να βρούμε μοντέλα μεγάλων κατασκευαστών σε όλα τα γνωστά διαμετρήματα, δηλ. 12άρι, 16άρι, 20άρι, 28άρι και 36άρι (.410). Όπως επίσης και σε μεγάλη ποικιλία κανών για όπλα με συγκεκριμένη χρήση. Βλέπουμε σούπερ ποζέ με μήκη κανών 61 εκ., 66 εκ., 71 εκ., 76 εκ., και 81 εκ., με σταθερά τσοκαρίσματα αλλά και εναλλασσόμενα εσωτερικά τσοκάκια.

Επίσης σήμερα η κατασκευαστική ποικιλία στους μηχανισμούς των σούπερ ποζέ δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τα καλύτερα πλαγιόκανα. Συναντάμε σούπερ ποζέ με μηχανισμό BOXLOCK και BLITZ αντίστοιχο του μηχανισμού με μισές φωτιές ANSON & DEELEY του πλαγιόκανου. Τον ίδιο μηχανισμό, αλλά με διακοσμητικές πλάκες συναντάμε σε πλαγιόκανα για λόγους αισθητικής και σε σούπερ ποζέ υψίστης ποιότητος, με ολόκληρες φωτιές, τύπου HOLLAND & HOLLAND σε διάταξη back-action!

Θα ήταν παράλειψη εδώ να μην αναφέρουμε και την ύπαρξη σούπερ ποζέ με τον σπάνιο μηχανισμό του DICKSON από το Εδιμβούργο, τον περίφημο ROUND ACTION, όμως σήμερα τον κατασκευάζει ο Σκωτσέζος εξαίρετος κατασκευαστής Mc Kay Brown και η ιταλική ABIATTICO & SALVINELLI (FAMARS).

Βλέπουμε λοιπόν ότι στο σούπερ ποζέ υπάρχουν απ” όλα, δηλ. όπλα εργασίας, δηλ, μάχιμα όπλα και όπλα συλλογής, δηλ. σπάνια κομμάτια βιτρίνας.

Το ίδιο ποικίλουν και τα συστήματα κλειδιών των σούπερ ποζέ με τον ολόκληρο πίρο μπροστά ή τους δύο διακεκομμένους, το συρτάρι πίσω ή τα πλάγια κλειδιά στο χαμηλό προφίλ και τα περαστά KERSTEN και SEMI-KERSTEN στο ψηλό προφίλ ή τα δύο τραπεζοειδή στα πλάγια στο χαμηλό προφίλ. Όμως, ό,τι και να προτιμήσει κάποιος, αναμφισβήτητα το σούπερ ποζέ ήταν αλλά και είναι το όπλο του μέλλοντος.

Μπάμπης Αιγινήτης


 

 


 

 

Comments are closed.