Τσίχλα

Τα είδη της Τσίχλας:

Κοκκινότσιχλα

Αναπαράγεται κυρίως σε υψηλά και λιγότερο σε μεσαία γεωγραφικά πλάτη. Προτιμάει υποαρκτικά και αρκτικά κλίματα σε επίπεδες και ορεινές εκτάσεις. Αποφεύγει τον πάγο και το χιόνι καθώς και τον κρύο καιρό και τις καταιγίδες.

Προτιμάει κάλυψη από σημύδες ή μικτά δάση συχνά με πολλά έλατα και πεύκα κυρίως κατά μήκος ποταμών και πλημμυρισμένων εκτάσεων. Ακόμα προτιμάει δάση χαμηλής σημύδας, χαμηλές ιτιές και κέδρα σε ελώδης εκτάσεις. Σε μερικές περιπτώσεις αναπαράγεται και σε πάρκα πόλεων.

Μεταναστεύσεις
Είναι μεταναστευτικό ή μερικώς μεταναστευτικό. Διανύει μεγάλες αποστάσεις που φτάνουν και τις 6.500 Km για να φτάσει στις περιοχές που ξεχειμωνιάζει. Οι μεταναστεύσεις κάθε χρόνο δεν ακολουθούν συγκεκριμένη πορεία και είναι περισσότερο τυχαίες, π.χ δακτυλιώθηκαν άτομα που ξεχειμώνιαζαν στην Αγγλία και τους επόμενους χειμώνες βρέθηκαν στην Ιταλία, Ελλάδα και ακόμα μακρύτερα.

Τροφή – Aναπαραγωγή
Τρέφεται με ασπόνδυλα κυρίως το φθινόπωρο και το χειμώνα και λιγότερο την άνοιξη που τρέφεται περισσότερο με καρπούς. Τρέφεται στο έδαφος στα δένδρα και στους θάμνους.
Είναι είδος που ζει κοπαδιαστά εκτός της αναπαραγωγικής περιόδου. Μεταναστεύει σε κοπάδια με χαλαρή δομή.
Κατά την περίοδο της αναπαραγωγής, τα ζευγάρια παραμένουν μαζί για δεύτερη φωλεοποίηση, αλλά διαλύονται με το τέλος της. Οι χωροκράτειες είναι καλά κατανεμημένες. Σε άριστους όμως βιότοπους σχηματίζουν χαλαρές αποικίες. Η έναρξη της ωοτοκίας τοποθετείται στις αρχές Μαίου. Φωλεωποιεί δύο φορές το χρόνο. Γεννάει 4-6 αυγά. Η επώαση διαρκεί 12-13 μέρες. Οι νεοσσοί είναι έτοιμοι να πετάξουν σε ηλικία 8-12 ημερών.

Κελαηδότσιχλα (Turdus philomelos).

Ευρέως διαδεδομένη σε ηπειρωτικά και εύκρατα κλίματα, αλλά και στα βόρεια και οριακά υποαρκτικά.
Αντέχει το κρύο την υγρασία και τους ανέμους όχι όμως την ξηρασία και τη μεγάλη ζέστη. Επίσης δεν ζει σε επίμονες παγωνιές και μεγάλης διάρκειας χιονοκάλυψη.

Είναι δυνατόν να ζει οπουδήποτε υπάρχουν δέντρα ή θάμνοι που να συνοδεύονται: με ανοιχτές χορτολιβαδικές εκτάσεις, στρώματα με ξερά φύλλα κάτω από τα δέντρα ή υγρό έδαφος εφοδιασμένο με ασπόνδυλα και άλλους ζωικούς οργανισμούς που αποτελούν την τροφή της
Βασικά είναι πουλί του δάσους. Απαιτεί επαρκή αναγέννηση και χαμηλή βλάστηση.
Η μοντέρνα εκμετάλλευση των γεωργικών εκτάσεων, η βιομηχανική εκμετάλλευση και οι αστικές χρήσεις της γης, την έχουν οδηγήσει ιδίως στη δυτική Ευρώπη, σε μικρά δάση, πάρκα,φυσικούς φράχτες, πλευρές δρόμων, κήπους, και αλσύλλια εντός των πόλεων.

Μεταναστεύσεις
Περισσότερο ενδημικό στις νότιες και δυτικές περιοχές, αλλά οι βορειότεροι πληθυσμοί είναι μερικώς ή ολικά μεταναστευτικοί. Τα περισσότερα άτομα μετακινούνται σε περιπτώσεις βαρυχειμωνιάς.
Σε αντίθεση με την κεδρότσιχλα και την κοκκινότσιχλα δείχνουν μεγάλη προτίμηση σε συγκεκριμένες περιοχές κατά την περίοδο του χειμώνα.
Οι φθινοπωρινές μετακινήσεις των βόρειων πληθυσμών αρχίζουν τον Αύγουστο με το κύριο πέρασμα το Σεπτέμβριο μέχρι της αρχές Νοεμβρίου.
Αυτά που ξεχειμωνιάζουν στις παραμεσόγειες περιοχές αρχίζουν να φτάνουν εκεί στα μέσα Οκτωβρίου, με συχνές αφίξεις και αργότερα.
Σε περιπτώσεις βαρυχειμωνιάς οι πληθυσμοί της Ευρώπης φτάνουν μέχρι τη βόρεια Αφρική και επιστρέφουν από εκεί στα τέλη Μαρτίου με αρχές Απριλίου.
Τα πουλιά επιστρέφουν στις περιοχές αναπαραγωγής σταδιακά από Νότο προς Βορρά, από τα μέσα Μαρτίου νοτιότερα μέχρι τα μέσα Μάιου στη Βόρεια Ευρώπη.

Τροφή
Περιλαμβάνει μια μεγάλη γκάμα ασπόνδυλων, καθώς επίσης και καρπούς , ανάλογα με τα διαθέσιμα κάθε χρονιάς. Τα σαλιγκάρια είναι σημαντικό κομμάτι της διατροφής, κυρίως κατά τη διάρκεια πολύ άσχημων καιρικών συνθηκών, που τα υπόλοιπα είδη της τροφής δεν είναι διαθέσιμα. Κρατάει τα σαλιγκάρια με το ράμφος , από το κέλυφος ή από το σώμα τους και τα χτυπάει σε σκληρές επιφάνειες πχ πέτρες και μόλις σπάσει ένα κομμάτι από το κέλυφος, τότε τραβάει έξω το σώμα του σαλιγκαριού και αφού το σκουπίσει στο έδαφος το τρωει. Αυτή η συνήθεια είναι έμφυτη.
Κοινωνική συμπεριφορά.
Εντός της αναπαραγωγικής περιόδου είναι περισσότερο ή λιγότερο μοναχικό είδος , ή λίγο κοινωνικό κατά τη συλλογή της τροφής και το κούρνιασμα. Την περίοδο της μετανάστευσης όμως σχηματίζει μεγάλα κοπάδια τα οποία έχουν χαλαρή δομή.
Στις περιοχές που οι πληθυσμοί είναι περισσότερο ενδημικοί , κυρίως τα αρσενικά αλλά και λίγα θηλυκά κατέχουν συγκεκριμένες χειμωνιάτικες περιοχές , οι οποίες πάνω κάτω συμπίπτουν με τις χωροκράτειες την περίοδο της αναπαραγωγής.

Αναπαραγωγή
Είναι είδος μονογαμικό. Τα ζευγάρια αρχίζουν να σχηματίζονται προοδευτικά ξεκινώντας από το χειμώνα. Η συμπεριφορά αυτή διακόπτεται από περιόδους άσχημου καιρού και φτάνουμε σε σχηματισμένα ζευγάρια στις αρχές της Άνοιξης.
Τα αρσενικά κελαηδούν. Τα ενδημικά αρχίζουν το κελάηδημα ,όταν οι χωροκράτειες ξεκαθαρίζονται στα τέλη του φθινοπώρου με διακοπή το χειμώνα.
Τα μεταναστευτικά αρσενικά κελαηδούν μόλις επιστρέψουν στις περιοχές που αναπαράγονται και σταματούν περί τα μέσα Ιουλίου.
Η περίοδος αναπαραγωγής είναι από το Μάιο μέχρι τον Ιούλιο. Ξεκινάει στα μέσα Μαρτίου στη Νότια Ευρώπη, φτάνει τα μέσα Απριλίου στην Κεντρική, Ανατολική και τέλος στη Βόρεια Ευρώπη ξεκινάει στα μέσα Μαίου.
Φωλεοποιεί μέχρι 4 φορές το χρόνο, όχι όμως παραπάνω από 2 στις βόρειες εξαπλώσεις.
Φτιάχνει τη φωλιά σε κορμούς μικρών δέντρων ή θάμνων ή πάνω στα κλαδιά. Εκεί τη στηρίζει σε μικρούς βλαστούς ή σε αρθρώσεις υψηλών κλαδιών. Επίσης έχουν βρεθεί φωλιές σε αναρριχητικά φυτά πάνω σε τοίχους, σε περβάζια, ακόμα και στο έδαφος ανάμεσα σε πυκνή βλάστηση.
Η φωλιά αποτελείται από μικρούς βλαστούς, χόρτα και βρύα. Είναι χαλαρή από την εξωτερική πλευρά, αλλά πυκνή και συμπαγής στο εσωτερικό, στρωμένη με ένα συμπαγές στρώμα από λάσπη και τρίματα σάπιου ξύλου, αναμεμιγμένα με ξερά φύλα. Τα αυγά είναι γυαλιστερά κυανού χρώματος με μικρά ακανόνιστα στίγματα. Γεννάει 2-5 αυγά. Λιγότερα στην πρώτη και τελευταία φωλιά και περισσότερα στη μεσαία. Η επώαση διαρκεί κατά μέσο όρο 13-14 ημέρες (10-17). Η νεοσσοί είναι έτοιμοι να πετάξουν σε ηλικία 11-17 ημερών. Οι νεοσσοί ταΐζονται και από τους δύο γονείς.

Τσαρτσάρα (Turdus viscivorus).
Είναι η λιγότερο μεταναστευτική από τις υπόλοιπες τσίχλες. Το φθινόπωρο σχηματίζει χαλαρές ομάδες από οικογένειες. Το χειμώνα συνήθως ζει μοναχικά.
Παλιότερα υπήρχε μόνο σε μεσαία και υψηλότερα ηπειρωτικά γεωγραφικά πλάτη. Αλλά τα τελευταία 200 χρόνια έχει επεκταθεί στην ωκεάνια ζώνη, κυρίως στη Βρετανία και την Ιρλανδία.Παρά την τολμηρή και ρωμαλέα εμφάνιση της, την αντοχή της στη βροχή και στον αέρα, είναι τρωτή στο κρύο, κυρίως στο χιόνι και τον πάγο. Επίσης αποφεύγει ξηρές και πολύ ζεστές περιοχές. Σε ορεινές περιοχές προτιμά μεσαία υψόμετρα από 800-1800 μέτρα. Στη μεσογειακή ζώνη επιλέγει βιότοπους με ψηλά δέντρα και ανοικτές χορτολιβαδικές εκτάσεις. Όχι όμως κοντά σε ανθρώπους. Αποφεύγει γυμνές από δέντρα περιοχές ακόμα και αυτές με αραιή κάλυψη καθώς και τους υγροτόπους.
Στη βόρεια και ανατολική εξάπλωση της στην Ευρώπη οι πληθυσμοί της είναι μεταναστευτικοί, ενώ στη νότια και δυτική εξάπλωση είναι περισσότερο ενδημικοί. Εκεί παρατηρούνται μικρές τοπικές μετακινήσεις κυρίως για εξεύρεση τροφής.

Τροφή
Τρέφεται με μια ποικιλία ασπόνδυλων και με καρπούς κυρίως το φθινόπωρο και το χειμώνα. Τρέφεται στο έδαφος, στα δέντρα και τους θάμνους, καθώς και στον αέρα όπου συλλαμβάνει έντομα. Επίσης τη βλέπουμε να πετάει στο ενάμιση μέτρο από το έδαφος για να συλλέξει βατόμουρα. Στην Ελλάδα τροφή της είναι και οι καρποί των παρασιτικών φυτών(ιξός): Viscum album, παρασιτικού φυτού της ελάτης και του Loranthus europaeus, παρασιτικού φυτού της δρυός και της καστανιάς. Μάλιστα η τσαρτσάρα, με τα κόπρανα της συμβάλει καθοριστικά στην εξάπλωση των σπόρων του παρασίτου στα υγιή δέντρα , με αποτέλεσμα να προκαλείται από το παράσιτο ζημιά στην ποιότητα του ξύλου(της ελάτης κυρίως)
Είναι είδος που ζει κοπαδιαστά κυρίως, στα τέλη του καλοκαιριού και αρχές του φθινοπώρου.

Αναπαραγωγή
Μετά των Οκτώβριο βλέπουμε τα ζευγάρια ή μεμονωμένα άτομα να αμύνονται συγκεκριμένες περιοχές όπως ομάδες δέντρων όπου υπάρχει τροφή. Οι χωροκράτειες που καταλαμβάνουν τα ζευγάρια είναι πολύ μεγάλες σε σύγκριση με αυτές του κότσυφα και της κελαηδότσιχλας στην ίδια περιοχή.
Αρχίζει να γεννάει στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου, ενώ στο βορρά η έναρξη της ωοτοκίας φτάνει και τις αρχές Μάιου. Γεννάει 3-5 αυγά και φωλεοποιεί 2-3 φορές. Η διάρκεια της επώασης είναι 12-15 ημέρες και οι νεοσσοί πετούν στις 12-15 ημέρες.

Κεδρότσιχλα (Turdus pilaris)
Αναπαράγεται σε μεσαία και υψηλά γεωγραφικά πλάτη. Σε δάση σημύδας, πεύκης , ελάτης, σκλήθρων καθώς και μικτά δάση. Επίσης σε κράσπεδα υγρών χορτολιβαδικών περιοχών, κατά μήκος των ποταμών και σε ελώδεις εκτάσεις.

Στη Σκανδιναβία αναπαράγεται σε υψόμετρα άνω των 1000 μέτρων όπου τα κέδρα και μικρές σημύδες προσφέρουν προστασία και κάλυψη. Έχει παρατηρηθεί να φωλιάζει και σε βραχώδεις προεξοχές με αραιή θαμνοκάλυψη.
Το χειμώνα προτιμάει να ζει στα όρια δασών και χορτολιβαδικών εκτάσεων, αποφεύγει τα δάση, τους βάλτους και τους υγροτόπους και τις περιοχές κοντά στον άνθρωπο (εκτός από περιπτώσεις μεγάλου ψύχους).
Είναι είδος μεταναστευτικό και μόνο σε ελάχιστες ιδανικές περιπτώσεις παραμένει στο ίδιο μέρος ή μετακινείται λίγο. Περίοδοι ισχυρού ψύχους προκαλούν ξαφνικές μεταναστεύσεις που φτάνουν και τα 1600 χιλιόμετρα

Τροφή
Ασπόνδυλα και καρποί σε όλες τις εποχές του χρόνου ανάλογα με τα διαθέσιμα. Είναι δυνατόν να τρέφεται και μόνο με καρπούς. Τρέφεται στο έδαφος, στα δέντρα και στους θάμνους. Επίσης συλλαμβάνει έντομα στον αέρα. Τέλος έχει παρατηρηθεί να μπαίνει σε ρηχά νερά και να πιάνει μικρά ψάρια, καθώς και να τσιμπολογάει νεκρά ψάρια.
Είναι το πιο αγελαίο είδος από τις υπόλοιπες τσίχλες, εκτός της αναπαραγωγικής περιόδου, με κοπάδια που αποτελούνται με μερικές χιλιάδες άτομα κατά τη μετανάστευση.

Αναπαραγωγή
Είναι είδος μονογαμικό. Δεν έχει παρατηρηθεί πολυγαμία. Έχουν παρατηρηθεί ζευγάρια να είναι μαζί και δεύτερη αναπαραγωγική περίοδο. Αναπαράγεται μοναχικά ή σε αποικίες.
Αξιοσημείωτο είναι ότι για την προστασία των φωλιών από τους άρπαγες εμφανίζουν επιθετική συμπεριφορά: μαζεύονται και πετούν ενάντια στον άρπαγα χτυπώντας τον και κουτσουλώντας των, μέχρι να τον αποθαρρύνουν. Αναφέρονται περιπτώσεις που ο άρπαγας πέφτει από το δένδρο και σκοτώνεται.
Η έναρξη της ωοτοκίας τοποθετείται στις αρχές Απριλίου μέχρι και τις αρχές Ιουνίου στις πιο βόρειες περιοχές. Φωλεωποιεί 1-2 φορές. Τη φωλιά τη φτιάχνει στις αρθρώσεις των κορμών και των κλαδιών των δέντρων. Γεννάει 3-7 αυγά και τα επωάζει 10-13 ημέρες. Οι νεοσσοί πετούν τη 12-15 ημέρα.

Κότσυφας ο κοινός, Turdus merula
H πιο διαδεδομένη τσίχλα που συναντάται ευρύτατα στην Ελληνική ύπαιθρο είναι ο Κότσυφας, ο κοινός. Το κοτσίφι ή Μαυροπούλι όπως το φωνάζουν στην Κύπρο, είναι ευρύτατα διαδεδομένο πουλί όχι μόνο στην Ελλάδα και την Ευρώπη, αλλά και την Ρωσία, την Ασία, την Βόρεια Αφρική, ακόμα και στην Αυστραλία και την Ν. Ζηλανδία.

Αν και είναι μοναχικό πουλί αναγνωρίζεται εύκολα από το κατάμαυρο λαμπερό φτέρωμά του, από το πορτοκαλοκίτρινο, σχεδόν στο χρώμα του κεχριμπαριού ράμφος του, αλλά και από τον κίτρινο στενό οφθαλμικό δακτύλιο που περικλείει τα μεγάλα μάτια του. Το ράμφος του αρσενικού σκουραίνει ελαφρώς το χειμώνα. Το ενήλικο θηλυκό έχει γκριζοπράσινο φτέρωμα, καφετί λαιμό και ασαφείς ραβδώσεις στο στήθος. Το ράμφος είναι σκουρόχρωμο, ενώ η ουρά και στα δύο φύλα είναι μακριά. Συχνά συγχέεται με το ψαρόνι λόγω του σκούρου φτερώματος, αλλά ο κότσυφας ξεχωρίζει από το χαρακτηριστικό του περπάτημα και το τίναγμα της ουράς του την ώρα που προχωρά με γρήγορα άλματα ή στέκεται ακίνητος. Είναι ένα μεσαίου μεγέθους πουλί που δεν ξεπερνάει τα 29 εκατοστά εκ των οποίων τα 12 εκατοστά αποτελούν την ουρά. Σε πτήση το άνοιγμα των φτερών του αγγίζει τα 38 εκατοστά και ζυγίζει μέχρι 90 γραμμάρια.

Ο κότσυφας είναι ενδημικό αλλά και αποδημητικό πουλί. Με το τέλος του Φθινοπώρου πολλά πουλιά του είδους μεταναστεύουν στη χώρας μας από τις Βόρειες παγωμένες χώρες όπως τις Ρωσία, Σκανδιναβία, για να περάσουν τον χειμώνα σε πιο ζεστά μέρη.

Ο κότσυφας μπορεί να κάνει την εμφάνισή του όπου υπάρχει πράσινο. Άλση, πάρκα, ρεματιές, φράχτες, δάση, πουρνάρια θαμνώδεις εκτάσεις είναι μέρη που προτιμά να ζει και να αναπαράγεται. Βουνά αλλά και πόλεις αποτελούν τον κυριότερο βιότοπό του. Επειδή συνήθως βρίσκει καταφύγιο σε χαμηλή πυκνή βλάστηση αλλά και σπανιότερα σε σκιερά δασώδη μέρη, τα τελευταία χρόνια ο πληθυσμός τους υφίσταται μείωση από τους εχθρούς του. Εκτός από τον άνθρωπο που τον κυνηγά γιατί το κρέας του θεωρείται εκλεκτό έδεσμα αλλά και τον φυλακίζει για να απολαύσει το μελωδικότατο κελάηδημά του, κυνηγιέται έντονα και από τους φυσικούς του εχθρούς που είναι άλλα αρπαχτικά πουλιά ή και τα φίδια, οι σκαντζόχοιροι, οι γάτες, οι νυφίτσες, οι αλεπούδες κτλ. Η μείωση των βιότοπων λόγω των καλλιεργειών αλλά και η αλόγιστη χρήση φυτοφαρμάκων είναι και επίσης από τους σημαντικούς παράγοντες της μείωσης του πληθυσμού.

Είναι από τα πρώτα πουλιά που φτιάχνει τον Μάρτη την φωλιά του. Επιλέγει να την χτίσει όχι πολύ χαμηλά στο έδαφος αλλά όπου υπάρχει πυκνή θαμνώδης βλάστηση. Με λεπτά κλαδάκια, χόρτα, τρίχες, λάσπη και φτερά επιμελείται με επιδεξιότητα την κατασκευή μιας καλαθωτής περίτεχνης φωλιάς. Εκεί γεννάει από 3-6 γαλαζωπά αυγά με καφεκόκκινα στίγματα και μέχρι τέλος του Ιουνίου που τελειώνει η αναπαραγωγική περίοδος γεννάει ακόμα 2-3 φορές. Η περίοδος της εκκόλαψης διαρκεί από 15-19 ημέρες και την φροντίδα των νεοσσών αναλαμβάνουν εξίσου και οι δύο γονείς για είκοσι περίπου μέρες. Η πλήρης ανεξαρτητοποίηση έρχεται μετά την 35η μέρα. Πολλές φορές η κακοκαιρία του Μαρτίου δεν αφήνει τους ευάλωτους νεοσσούς να επιβιώσουν και ο στοργικός κότσυφας καταδικάζεται να περιμένει την επόμενη γέννα για να δει τα παιδιά του να ξεπεταρίζουν από την φωλιά. Κάθε ζευγάρι καταλαμβάνει την δική του περιοχή και τα αρσενικά δεν διστάζουν να οδηγηθούν και σε τραυματισμούς για να προστατέψουν την περιοχή τους από άλλα πουλιά του είδους τους.

Κατά την αναζήτηση της τροφής του πεταρίζει χαμηλά πάνω από το έδαφος και ψάχνει στα χαμόκλαδα και τις ρίζες των δέντρων να βρει ελιές, σπόρους, κούμαρα, έντομα, γαιοσκώληκες, μούρα και φρούτα από οπορωφόρα δέντρα. Αν και καχύποπτο πουλί, δεν διστάζει να τρυπώσει με θράσος ακόμα και σε αυλές σπιτιών προκειμένου να εξασφαλίσει την απαραίτητη τροφή. Έχει την ικανότητα να ανασηκώνει με το ράμφος του τα φύλλα ψάχνοντας από κάτω για έντομα και σαλιγκάρια και να στρέφει το κεφάλι κοιτώντας λοξά με τα μεγάλα του μάτια.

Το εντυπωσιακό κελάηδημα του κότσυφα έχει δυνατό, καθαρό, μελωδικό ήχο που ακούγεται από τον Φλεβάρη μέχρι περίπου τον Ιούλιο. Προσελκύει το θηλυκό με γλυκά καλέσματα ενώ όλο το φθινόπωρο και τον χειμώνα κελαηδά υποτονικά.

 

 

 

 

 

 

 

 

Comments are closed.