Φάσσα

Φάσσα – Columba Palumbus
Η Φάσσα Columba palumbus είναι το μεγαλύτερο είδος της οικογένειας των περιστεροειδών Columbidae και είναι προικισμένη με εξαιρετική πτητική ικανότητα και τέλεια αναπτυγμένες τις αισθήσεις της όρασης και τις ακοής.
Πρόκειται για ένα πουλί που το μέγεθός του κυμαίνεται από 38-43 εκατοστά, με άνοιγμα φτερούγων από 68-77 εκατοστά και βάρος μεταξύ 450 – 550 γραμμαρίων.
Γένος πτηνών που ανήκει στην οικογένεια Περιστερίδες, τάξη Περιστερόμορφα. Η οικογένεια περιλαμβάνει 250 είδη. | Κατηγορία: Περιστερόμορφα.

Είναι σαφώς μεγαλύτερη από το κοινό περιστέρι με πιο συμπαγές και μακρουλό σώμα, αλλά διαθέτει μακρύτερη ουρά και λεπτότερο κεφάλι. Το δύο φύλα μοιάζουν παρόμοια. Η Φάσσα είναι σταχτόχρωμη στο κεφάλι και στην ράχη, ενώ στο στήθος διακρίνονται πρασινωπές και πορφυρές ανταύγειες. Η κοιλιά είναι γκριζωπή όπως και η μακριά ουρά με το μαύρο τελείωμα και την γκριζόλευκη ρίγα πριν από την άκρη που ξεχωρίζει όταν κατά την πτήση ανοίγει σαν βεντάλια. Είναι εύκολα αναγνωρίσιμη από την άσπρη βούλα στα πλάγια του λαιμού και από την λευκή κάθετη ρίγα στην φτερούγα, που διακρίνεται κατά την πτήση. Τα νεαρά του είδους είναι σκουρόχρωμα χωρίς την χαρακτηριστική λευκή κηλίδα του λαιμού.

Είναι ενδημικό είδος στην χώρα μας, αλλά και κοινός χειμερινός επισκέπτης. Την συναντάμε συνήθως τις αρχές του Οκτώβρη, σε μεγάλα κοπάδια μέχρι και των 300 ατόμων σε καλλιεργημένες εκτάσεις, σε χωράφια και ξέφωτα, προκαλώντας πολύ συχνά μεγάλες ζημιές στις καλλιέργειες. Την συναντούμε και σε ολόκληρη την Ευρώπη, τη Κύπρο, την Δυτική Ασία και την Βόρειο Αφρική. Είναι γενικά δειλό πουλί και δεν πλησιάζει συχνά τις αστικές περιοχές και τα πάρκα. Προτιμά να εγκαθίσταται σε δάση φυλλοβόλων, μικτών και κωνοφόρων και σε δάση βελανιδιάς. Ξεπετιέται μέσα από τα δέντρα φτεροκοπώντας δυνατά και επισκέπτεται τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις για να τραφεί. Παρά τα αργά της φτεροκοπήματα η ταχύτητα πτήσης της αγγίζει τα 80 χιλιόμετρα την ώρα.

Το διαιτολόγιό της απαρτίζεται από μεγάλη ποικιλία σπόρων και καρπών από άγρια δέντρα βελανιδιάς, καστανιάς, οξιάς, πουρνάρια και κούμαρα καθώς και ήμερα φυτά όπως σιτάρι, καλαμπόκι και ηλίανθο, βλαστούς, σκουλήκια ή σαλιγκάρια.

Είναι κοινωνικό και μονογαμικό πουλί και σχηματίζει συχνά μεγάλα σμήνη με άτομα της ίδιας οικογένειας. Η αναπαραγωγική περίοδος ξεκινά από τον Απρίλιο μέχρι τον Σεπτέμβριο. Προτιμά να φωλιάζει σε δέντρα, φράχτες, παλιά κτίρια χτίζοντας όπως τα περισσότερα είδη περιστεριών, (τρυγόνια, φασσοπερίστερα, αγριοπερίστερα, διαμαντοπερίστερα, δεκοχτούρες) άκομψες και άτσαλες φωλιές από κλαδάκια. Η θηλυκιά γεννάει από 2-3 λευκά αυγά την επώαση και την διατροφή των οποίων φροντίζουν εξίσου και οι δύο γονείς. Η επώαση διαρκεί 2-3 εβδομάδες περίπου. Οι νεοσσοί ταΐζονται από ένα ειδικό παχύρρευστο υγρό που εκκρίνουν οι γονείς από τον πρόλοβό τους και είναι γνωστό σαν «γάλα». Ανεξαρτητοποιούνται και εγκαταλείπουν την φωλιά μέσα σε 33-34 ημέρες. Οι γονείς καταφέρνουν να μεγαλώσουν 2-3 γενιές σε κάθε αναπαραγωγική περίοδο.

Η οξύτατη όρασή της και η πολύ καλή ακοή της την προφυλάσσουν συχνά από τους εχθρούς της που την κυνηγούν συστηματικά, ενώ πολλές φορές και οι νεοσσοί πέφτουν θύματα άλλων αρπακτικών.

Δεν φημίζεται για το μελωδικό της κελάηδημα, αλλά για τα βραχνά γουργουρητά και επαναλαμβανόμενα καλέσματά της.

Η μεταβολή του φυσικού περιβάλλοντος, η αλλαγή των καλλιεργειών που ελαχιστοποιούν την πιθανότητα εύρεσης τροφής και το κυνήγι που υφίσταται, έχει μειώσει αρκετά τον πληθυσμό τους και τα έχει εξαναγκάσει σε μετακινήσεις προς άλλες χώρες για εύρεση τροφής.

Πολλές φορές συγχέεται με τα φασσοπερίστερα, επειδή μπορεί να σχηματίσει μικρά σμήνη μαζί τους. Τα φασσοπερίστερα όμως είναι πολύ μικρότερα σε μέγεθος, δεν έχουν καθόλου λευκό χρώμα στο φτέρωμά τους, έχει κοντύτερη ουρά και μοιάζει περισσότερο με το κοινό περιστέρι. Έχει σαφώς πιο ενεργητικό πέταγμα από τη φάσσα με γρήγορα, κοφτά φτεροκοπήματα που συνοδεύονται και από αερογλιστρήματα.

 

 


Comments are closed.