Ορεινή πέρδικα

Πέρδικα – Alectoris Graeca
Έχει μήκος 32-35 εκατοστά, άνοιγμα φτερούγων 46-53 εκατοστά και βάρος 600-900 γραμμάρια. Τα φύλλά είναι ομοιόμορφα. Πάνω μέρος του σώματος, κεφάλι και στήθος σταχτόχρωμα. Πλευρά με εναλλασσόμενες εγκάρσιες μαύρες, καστανές και λευκές ράβδωσης. Οι παρειές και το μπροστινό τμήμα του λαιμού περιβάλλονται από μία πολύ χαρακτηριστική μαύρη λωρίδα που αρχίζει πάνω από το ράμφος και κατεβαίνει προς το λαιμό, γνωστό ως περιλαίμιο. Στο πάνω μέρος του κεφαλιού το περιλαίμιο προεκτείνεται προς τη βάση του ράμφους και σχηματίζει το λεγόμενο χαλινό.

Η ορεινή πέρδικα με τη νησιωτική πέρα από τις διαφορές στην εξάπλωση και το βιότοπο, έχει και αρκετές μορφολογικές διαφορές που μας δίνουν τη δυνατότητα να διακρίνουμε το ένα είδος από το άλλο.

•Το «χαλινό» το οποίο σχηματίζεται στη βάση του ράμφους της ορεινής, στη νησιωτική πέρδικα πέρα από σπάνιες εξαιρέσεις απουσιάζει.
•Το περιλαίμιο στην ορεινή περνάει πάvω από το μάτι ενώ στη νησιωτική το μάτι της περιβάλλεται από το περιλαίμιο.
•Τα καλυπτήρια φτερά της ωτικής χώρας στην ορεινή πέρδικα είναι γκριζωπά, ενώ στη νησιωτική πέρδικα είναι καστανόχρωμα.
•Ο λαιμός στη Γκρέκα είναι λευκός ενώ στην Τσούκαρ είναι μια απόχρωση του μπεζ.
•Οι πλευρικές γραμμές είναι 12-13 στην ορεινή ενώ στη νησιωτική είναι 8-10.
•Ο γενικός χρωματισμός της Γκρέκα είναι γκριζωπός ενώ στην Τσούκαρ είναι πιο κοκκινωπός.
•Διαφορά έχει και το κελάηδημα τους.

Τροφικές συνήθειες
Η τροφή της είναι κυρίως φυτική και κατά ένα μικρό μέρος ζωική. Αποτελείται από σπόρους φυτών, γράστεων, χυμώδεις καρπούς, σκουλήκια, έντομα, σαλιγκάρια κλπ. Μαζί με την τροφή καταπίνει και χαλίκια που βοηθούν στο άλεσμα αλλά γίνεται έτσι και πρόσληψη ασβεστίου.

Συνήθειες ζευγαρώματος
Είναι ενδημικό είδος (δεν αποδημεί), είναι κοινωνικό και ζει κατά οικογενειακές ομάδες 10-15 ατόμων ενώ κατά τη διάρκεια του χειμώνα μπορούν να συνενωθούν δύο οι περισσότερες τέτοιες ομάδες και να φτάσουν τα 40 άτομα. Η μονογαμία το διακατέχει και τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο οι ομάδες διαλύονται και σχηματίζονται τα ζευγάρια. Οι διαφορά ανάμεσα στα 2 φύλα εντοπίζεται στον αστράγαλο των ποδιών τους, στο αρσενικό φαίνεται έντονα ο αστράγαλος ενώ στο θηλυκό καθόλου. Συνηθίζεται να ονομάζεται το αρσενικό »Κώτσος απο την ιδιομορφία του (κότσι). Το θηλυκό φωλιάζει στο έδαφος κάτω από θάμνους ή σε κοιλότητες του εδάφους στρώνοντας ξερά φύλλα χόρτα και λίγα πούπουλα. Το Μάρτιο με Απρίλιο γεννά 10-15 αυγά και τα επωάζει 20-21 μέρες. Οι νεοσσοί βαδίζουν αμέσως και τους φροντίζουν και οι δύο γονείς. Μπορούνε να τραφούν μόνα τους αλλά συνήθως οι γονείς συμπληρώνουν την διατροφή τους.

Συγκρότηση και συμπεριφορά του κοπαδιού.
Συνήθως τα κοπάδια αποτελούνται από τα ζευγάρια και τα μικρά τους καθώς και από ζευγάρια που δεν είχαν επιτυχημένη αναπαραγωγή. Η κοινωνική τους οργάνωση με τη μορφή του κοπαδιού αυξάνει τις πιθανότητες να επιβιώσούν τα άτομα που το απαρτίζουν, διότι επιτυγχάνεται αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των αρπακτικών.
Χαρακτηριστικό στοιχείο της συμπεριφοράς του είδους είναι το κελάηδημα νωρίς το πρωί και αργά το απόγευμα. Περά από τη λήψη της τροφής ασχολούνται και αρκετή ώρα με τη περιποίηση του φτερώματος τους και με τα αμμόλουτρα. Κατά τη διάρκεια της νύχτας κουρνιάζουν σε ανοιχτά σημεία του εδάφους.
Πετροπέρδικα , διαχειριστικά μέτρα που έχουν ληφθεί και προοπτικές
Στις τελευταίες δεκαετίες οι βιότοποι της παρουσιάζουν σοβαρή συρρίκνωση, λόγω διαφόρων ανθρωπογενών επιδράσεων στα φυσικά οικοσυστήματα. Το φάσμα των αιτιών που ευθύνονται για τα παραπάνω φαινόμενα είναι ευρύ χωρίς μέχρι σήμερα να έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά η συμμετοχή και το μέγεθος της έντασης τους στην πληθυσμιακή μείωση της πέρδικας.

•Υπάρχουν περίπου πεντακόσια καταφύγια θηραμάτων στην Ελλάδα διασπαρμένα σε ολόκληρη την επικράτεια, όπου το κυνήγι απαγορεύεται σύμφωνα με τη δασική νομοθεσία. Στα περισσότερα καταφύγια, οι πληθυσμοί της πέρδικας είναι μικρότεροι από εκείνους στους οποίους ασκείται ελεύθερο κυνήγι. Πρέπει να αναπροσαρμοστεί ο θεσμός και να τεθεί σε λειτουργία ένα πιο ευέλικτο σχήμα.
•Στη χώρα μας λειτουργούν δέκα ελεγχόμενες κυνηγετικές περιοχές Στις Ε.Κ.Π. επιτρέπεται το κυνήγι σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Οι περισσότερες από αυτές εμπλουτίζονται κάθε χρόνο με πέρδικες τσούκαρ, οι οποίες παράγονται στα κρατικά εκτροφεία. Η εισαγωγή της πέρδικας τσούκαρ (Alectorischucar) σε περιοχές που ενδημεί η Ορεινή πέρδικα (Alectorisgraeca) πέρα από τον ανταγωνισμό, εγκυμονεί τον κίνδυνο πιθανής γενετικής μόλυνσης με τη διασταύρωση τους. Η διασταύρωση των παραπάνω ειδών έχει επιτευχθεί σε συνθήκες τεχνητής εκτροφής από το Δασολόγο Ν. Μάνιο και τους γράφοντες και εκπονείται έρευνα από τους ίδιους για τη διασταύρωση των δύο ειδών και στο ελεύθερο περιβάλλον. Ανάλογος είναι και ο κίνδυνος στις νησιωτικές περιοχές, διότι δεν γνωρίζουμε την γενετική ταυτότητα των πουλιών που απελευθερώνονται, παρόλο που είναι το ίδιο είδος φαινοτυπικά τουλάχιστον, με τις ενδημικές πέρδικες των νησιών του Αιγαίου. Εξαιτίας των ανορθόδοξων μεθόδων απελευθέρωσης που ακολουθήθηκαν και εφαρμόζονται ακόμα και σήμερα τις περισσότερες φορές, ελάχιστες περδικές τσούκαρ επιβίωσαν στους βιότοπους που απελευθερώθηκαν. Έτσι το ένα λάθος διόρθωσε το άλλο λάθος, χωρίς όμως να έχουμε αποφύγει τον κίνδυνο του υβριδισμού.

Εχθροί
Οι κυριότεροι εχθροί της είναι οι αλεπούδες, κουνάβια, τα γεράκια, οι αγριόγατες και ο άνθρωπος. Ο πλυθησμός της στην Ελλάδα διατηρείτε σε μειωμένο επίπεδο σε σχέση με παλαιότερα χρόνια. Κύριοι λόγοι για την μειωσή της είναι η παύση των σπορών απο γεωργούς, η ακαταλόγιστη θήρα και η συνεχείς ενόχληση της απο διανύξεις δρόμων κτλ.

Αναφορές στα αρχαία κείμενα
Σύμφωνα με την παράδοση της αρχαιότητας, η πέρδικα ήταν μια ψυχρή και αναίσθητη γυναίκα. Μια μέρα, όπως κάθονταν δίπλα σε ένα πουρνάρι, είδε το μυθικό Δαίδαλο την στιγμή που έθαβε τον άμοιρο γιο του, τον Ίκαρο. Αντί να λυπηθεί για το δυστύχημα αυτό, όπως θα έκανε κάθε συμπονετικός άνθρωπος, άρχισε να ειρωνεύεται. Ο Θεός τότε οργίστηκε και την μεταμόρφωσε σε πουλί.
Οι αρχαίοι Έλληνες την είχαν σε ιδιαίτερη εκτίμηση και τη θεωρούσαν ως ένα από τα πιο εκλεπτυσμένα εδέσματα, που, μάλλον, απευθυνόταν στους πλούσιους Αθηναίους. Χαρακτηριστικό είναι το το δίστιχο του «Εμπόρου» του Διφίλου (Κoch II, 550) « Μα τον Δία, για μας δεν είναι δυνατόν να δούμε την πέρδικα και τη τσίχλα ούτε στον αέρα να πετάει» και υπονοεί «πόσο, μάλλον να τη φάμε». Στην αρχαιότητα ήταν αρκετά διαδεδομένα τα περδικοτροφεία με τις οικόσιτες πέρδικες και γινόταν διάκριση από τις λιβαδοπέρδικες (ατταγας). Στους Αχαρνεις, στ. 873, αναφέρεται ότι «Βοιωτός έμπορος φέρνει ατταγάς στην αγορά της Αθήνας από την ορνιθοτρόφο Κωπαΐδα». Αν και στα αρχαία κείμενα υπάρχουν αποσπάσματα που επαινούσαν τους «Αιγύπτιους ατταγάς».
Ο γιατρός Ορειβάσιος προτείνει να μαγειρεύεται μια μέρα μετά τη σφαγή για να είναι πιο μαλακό το κρέας της. Αξιόλογες συνταγές για τη μαγειρική της πέρδικας παρέχει και ο Ρωμαίος Απίκιος (di re coquinaria, VI)
O Aριστοτέλης και ο Θεόφραστος υποστήριζαν ότι η πέρδικα παραλλάζει τη φωνή της. Γενικά, η πέρδικα εθεωρείτο πονηρό και πανούργο πτηνό. Γι αυτό ο Αριστοφάνης αποκαλεί ως «πέρδικα» κάποιον πανούργο και δόλιο έμπορο. Ακόμα και ο σοφιστής Αθήναιος (160 – 230μ.Χ., περ.) συμφωνεί για την πανουργία του πτηνού (Αθην., 388b). Τέλος, ο Αριστοφάνης (στους Όρνιθες) χαρακτηρίζει ως πέρδικες τους δειλους και άτιμους ανθρώπους.Την πονηριά της πέρδικας εξιστορεί και ο Αίσωπος σε ένα μύθο του: « Ένας κυνηγός που του πήγε αργά ένας επισκέπτης του, δεν είχε τι να τον φιλέψει και άρπαξε την ήμερη (τιθασσόν) πέρδικα του για να τη σφάξει. Το πουλί τον κατηγόρησε για αχαριστία, γιατί, ενώ είχε πολλές ωφέλειες απ αυτό, και του πρόδιδε τους ομοφύλους του καλώντας τους, αυτός ήθελε να το σφάξει. Και αυτός του λέει: «Μα γι αυτό θα σε σφάξω, γιατί δε λυπάσαι τους ομοφύλους σου» (Αισώπου Μύθοι, Τ. Βουρνά, εκδ. Τολίδη).

Κείμενο: Βασίλειος Αλεξίου, Δασολόγος Περιβαλλοντολόγος, Ευάγγελος Χατζηνίκος, Δασολόγος Περιβαλλοντολόγος

 

 

 

Comments are closed.