Πεδινή πέρδικα

 

Η πεδινή πέρδικα (Perdix-perdix)

Γενικά
Η πεδινή πέρδικα είναι ένα ενδημικό είδος με αρκετά ευρεία εξάπλωση.
Στην Ελλάδα η εξάπλωση της κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα κάλυπτε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα εκτός από την Πελοπόννησο. Τον 20ο αιώνα και κυρίως από το 1950 και μετά επήλθε δραστική μείωση των πληθυσμών της και τώρα πλέον η εξάπλωσή της έχει περιοριστεί στη βόρεια Ελλάδα.
Σήμερα εξαπλώνεται από τη Β. Θεσσαλία και τη Ν.Δ. Μακεδονία μέχρι και τη Θράκη (THOMAIDES & PAPAGEORGIOU, 1992).
Υπάρχουν λίγες πληροφορίες σχετικά με την οικολογία της πεδινής πέρδικας στην Ελλάδα. Γενικά προτιμάει καλλιεργήσιμες εκτάσεις, όχι όμως εντατικής μορφής, συμπεριλαμβανομένων ενός μωσαϊκού από φυσικούς
φράχτες και θάμνους. Είναι είδος των χαμηλών περιοχών και συνήθως δεν απαντάται σε υψόμετρο πάνω από 600 μέτρα. Στον ελλαδικό χώρο απαντώνται πληθυσμοί του είδους και σε υψόμετρα άνω των 700 μέτρων.
Έχουν καταγραφεί πληθυσμοί πεδινής πέρδικας σε υψόμετρα άνω των 1300μ στην κεντρική Μακεδονία και μέχρι στα 2000 μέτρα υψόμετρο στη δυτική
Μακεδονία και Βόρεια της Ηπείρου.
Στην Ελλάδα η πεδινή πέρδικα ανήκει στον κατάλογο των θηρεύσιμων ειδών. Το κυνήγι της όμως απαγορεύεται με τη ρυθμιστική απόφαση θήρας
κάθε έτους από το 1982 μέχρι σήμερα.

Γεωγραφική εξάπλωση
Οι πληθυσμοί της πεδινής πέρδικας Perdix perdix, εξαπλώνονται σε
όλες τις χώρες της Ευρώπης, στα Βαλκάνια, στις χώρες της πρώην Σοβιετικής
Ένωσης μέχρι τα Ουράλια και στις Ασιατικές χώρες μέχρι τη Μογγολία και το
Ιράν. Έχει εισαχθεί με επιτυχία σε περιοχές των Η.Π.Α. και έχει πλέον
δημιουργήσει κανονικούς πληθυσμούς, κυρίως στη Βόρεια Αμερική και τον
Καναδά (1η εισαγωγή το 1800 περίπου).

Στην Μογγολία και στην Κίνα απαντάται το είδος Perdix daurica
(Pallas), που είναι μικρότερη σε μέγεθος και απαντάται κυρίως σε περιοχές
κοντά στα δασοόρια και σε αραιά δάση (Zheng-Jie ZHAO ea. 1992).
Στο Θιβέτ απαντάται το είδος Perdix hodgsoniae (Hodgson).

Η κατάταξη, τα υποείδη της πεδινής πέρδικας και η εξάπλωσή
τους
Η πεδινή πέρδικα ανήκει στην τάξη : Galliformes, στην οικογένεια :
Phasianidae, στην υποοικογένεια : Perdicinae, και στο γένος : Perdix
Μέχρι σήμερα έχουν αναγνωριστεί 8 διαφορετικά υποείδη της πεδινής
πέρδικας (Perdix perdix).
1. P.p.perdix, Linnaeus (1758): Σκανδιναβία, Ιρλανδία, Βρετανικά
νησιά, νότια και διαμέσου της Kεντρικής Ευρώπης μέχρι τις Άλπεις και τα
Βαλκάνια και στη βόρεια Αμερική.
2. P.p. lucida, Altum (1894): Aνατολική Φιλανδία, Aνατολική
Πολωνία, Aνατολικά των Kαρπαθίων και της Bόρειας Βουλγαρίας διαμέσου
της Ρωσσίας μέχρι την Ουραλία και το Bορειότερο Καύκασο.
3. P.p. italika, Hartert (1917): Ιταλία,προς τα βόρεια της χώρας. Έχει
ενταχθεί στη λίστα των ειδών που κινδυνεύουν με εξαφάνιση.
4. P.p. armorikana, Hartert (1917): Αρμορικάνα (Βρεττανία),
Νορμανδία, Kεντρική Γαλλία βόρεια των ορέων Morvan και Ardennes.
5. P.p. hispaniensis, Reichenow (1892): Πυρηναία, βουνά
Κανταβρίας, βόρεια Ισπανία και Β.Α. Πορτογαλία.
6. P.p. sphagnetopum, Altum (1894): Β.Α. Ολλανδίας γειτνιάζοντας
τη Β.Δ. Γερμανία.
7. P.p. canescens, Buturlin (1906): Απαντάται στην Τουρκία, στον
Καύκασο, στην Τρανσκαυκασία και στο Ιράν.
8. P.p. robusta, Homeyer and Tancre (1883): Ανατολικά της
χαμηλότερης λεκάνης του Ουράλη ποταμού και τη Ν.Δ. Σιβηρία, στο
Καζακστάν και στη Ντζουνγκαρία.

Τάσεις των πληθυσμών της πεδινής πέρδικας παγκόσμια
Οι πληθυσμοί της πεδινής πέρδικας παρουσιάζουν σημαντική μείωση
τα τελευταία χρόνια (POTTS, 1986).
Η γρήγορη μείωση των πληθυσμών της πεδινής πέρδικας μπορεί νααποδοθεί στη χρήση αγροχημικών και των μοντέρνων μεθόδων γεωργίας και
στη λαθροθηρία και όχι μόνο στο εντατικό κυνήγι (CRAMP&SIMMONS, 1980)
Στην Πολωνία και στη Β. Γαλλία οι πληθυσμοί παραμένουν σε υψηλά
επίπεδα. Αντίθετα σε άλλες χώρες όπως στη Μ. Βρετανία, στην Ολλανδία,
στη Γερμανία, στην Ιταλία, στην Αυστρία και στην Ουγγαρία οι πληθυσμοί
βρίσκονται σε επίπεδα μικρότερα του 10% των πληθυσμών που υπήρχαν
πριν το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στη Γαλλία σε μερικές περιοχές υπάρχουν πληθυσμοί σε υψηλά
επίπεδα. Σε πολλές περιοχές κυρίως στα κεντρικά και στα βόρεια της χώρας,
οι πυκνότητες του πληθυσμού δεν έχουν πέσει ποτέ κάτω από 10 με 15
ζευγάρια/Km². Το 1990 και 1991 την περίοδο της άνοιξης καταγράφηκαν
πυκνότητες πληθυσμού με περισσότερα από 30 με 50 ζευγάρια/Km² σε
εκτεταμένες περιοχές (REITZ, 1992).
Στη Γερμανία σημειώθηκε δραστική μείωση της τάξης του 83% στους
πληθυσμούς της πεδινής πέρδικας από το 1968 μέχρι το 1988. Το 1992 η
πυκνότητα του πληθυσμού ήταν 0.5 άτομα/1km² καλλιεργήσιμης γης με
υψηλότερες πυκνότητες σε κάποιες περιοχές της ΝΔ Γερμανίας, 1
άτομα/1km². Αυτές οι περιοχές διαθέτουν πολύ καλή ποιότητα εδάφους και
ιδανικές κλιματικές συνθήκες (σχεδόν ξηρά και ζεστά). Σε περιοχές όπου
καλλιεργούνταν κηπευτικά προϊόντα ο αριθμός των αναπαραγόμενων
ζευγαριών ήταν μεγαλύτερος. Η έλλειψη καλής ποιότητας βιοτόπων (λόγω
εντατικοποίησης της γεωργίας), η έλλειψη κάλυψης και τροφής στην αρχή της
αναπαραγωγικής περιόδου στην Α. Γερμανία είναι οι αιτίες μείωσης του
πληθυσμού (H. NOSEL, 1992).
Η μείωση που παρατηρείται στους πληθυσμούς τα τελευταία χρόνια
οφείλεται κυρίως στις αλλαγές χρήσης της γης την εξαφάνιση του
παραδοσιακού μωσαϊκού καλλιεργειών και τον κατακερματισμό των
βιοτόπων της πέρδικας σε πολλές χώρες, που έχουν σαν αποτέλεσμα τη
μείωση της πυκνότητας των εντόμων τα οποία αποτελούν τροφή για τους
νεοσσούς, απώλεια της κάλυψης και αύξηση της αρπακτικότητας. Αυτές οι
αλλαγές τελικά οδηγούν στη μείωση της επιτυχίας της αναπαραγωγής
(POTTS, 1986).

Τάσεις του πληθυσμού στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα η πυκνότητες πληθυσμού κυμαίνονται μεταξύ 0,8 και 3,6
ζεύγη/ Km² και φτάνει μέχρι 12,3 ζεύγη/ Km² σε καλούς βιοτόπους
(CHANDRINOS & AKRIOTIS, 1997)
O THOMAIDES (1992) αναφέρει ότι η πυκνότητα του πληθυσμού στο
Ωραιοκάστρο στο νομό Θεσσαλονίκης την άνοιξη του 1989 ήταν 11.3 ζεύγη/
Km² και την άνοιξη του 1990 ήταν 6.4 ζεύγη/ Km².

Οικολογία
Η πεδινή πέρδικα είναι είδος που απαντάται σε πεδινές περιοχές,
ανοιχτές λιβαδικές εκτάσεις και σε στέπες με χαμηλή βλάστηση, αλλά κύριο
βιότοπο της αποτελούν οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Αποφεύγει τις δασικές
εκτάσεις και την πυκνή βλάστηση.
Είναι είδος μονογαμικό και η σχέση μεταξύ του ζευγαριού είναι αρκετά
δυνατή. Η έναρξη της αναπαραγωγικής περιόδου τοποθετείται στα τέλη
Ιανουαρίου με αρχές Φεβρουαρίου, ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος. Η
αναπαραγωγική περίοδος ξεκινάει με το σπάσιμο των κοπαδιών και τη
δημιουργία των ζευγαριών. Κατά την περίοδο του ζευγαρώματος οι διαμάχες
μεταξύ των αρσενικών είναι συχνό φαινόμενο. Συνήθως και τα δύο άτομα του
ζευγαριού προέρχονται από το ίδιο κοπάδι. Πολλές φορές όμως συμβαίνει μια
ανταλλαγή ατόμων μεταξύ των κοπαδιών, η οποία εξασφαλίζει την καλύτερη
μίξη του αναπαραγόμενου πληθυσμού και την αποφυγή της αιμομιξίας.
φωλιά της αποτελεί ένα ρηχό βαθούλωμα του εδάφους κατάλληλα
διαμορφωμένο ώστε να δέχεται τα αυγά, το οποίο στρώνεται με ξηρή ποώδη
βλάστηση.
Ο ΥΟΚΟΜ, υποστηρίζει ότι τη φωλιά τη φτιάχνει η θηλυκιά ενώ το
αρσενικό φυλάει την περιοχή. Για να φτιάξει τη φωλιά προτιμάει τοποθεσίες με
φυσική βλάστηση και αρκετή νεκρή φυτική ύλη. Γεννάει κατά μέσο όρο
ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος 14 – 17 αυγά (13 έως 19). Αυτό
μεταβάλλεται ανάλογα με την εποχή. Ο αριθμός των αυγών ποικίλλει ανάλογα
με την χρονική περίοδο που γεννάει η θυληκιά και γίνεται μικρότερος όσο
προχωράει η αναπαραγωγική περίοδος. Επίσης αναφέρει ότι είναι δυνατόν
στην ίδια φωλιά να γεννούν δύο πέρδικες, π.χ. φωλιά με 25 αυγά.
Το ζευγάρωμα λαμβάνει χώρα στα τέλη Ιανουαρίου και το Φεβρουάριο
και εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες.
Η έναρξη τη ωοτοκίας τοποθετείται στην τελευταία βδομάδα του
Μαρτίου με μέγιστο το πρώτο 15νθήμερο του Απρίλη. (THOMAIDES 1992,
POTTS 1986).
Η επώαση ξεκινάει αμέσως μετά την ολοκλήρωση της ωοτοκίας και
λαμβάνει χώρα από το Μάιο μέχρι τα τέλη Ιουνίου. Οι θηλυκιές που δεν
κατάφεραν να φέρουν σε πέρας την πρώτη φωλιά επαναφωλεωποιούν Στο
Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης ο μέσος όρος αυγών ανά φωλιά φτάνει τα 14.5.
Ο THOMAIDES (1992) αναφέρει ότι στο τέλος της αναπαραγωγικής
περιόδου ο μέσος όρος νεαρών ανά επιτυχημένη θηλυκιά κυμαίνονταν από
3.5 έως 8.5.
Ο REITZ (1992) αναφέρει ότι στο τέλος της αναπαραγωγικής περιόδου
η επιτυχία της αναπαραγωγής κυμαινόταν από 2.5 το 1981 μέχρι 6.5 το
1990. Ο μέσος όρος αυτής για την περίοδο 1979-1990 ήταν 4.5. Κατά τη
διάρκεια των 12 αυτών ετών η επιτυχία της αναπαραγωγής δεν έδειξε κάποια
τάση προς τα πάνω ή προς τα κάτω.
Ο μέσος όρος νεοσσών που εκκολάπτονται από κάθε θηλυκιά είναι
12.5 έως 14.4 και ο μέσος ρυθμός επιβίωσης των νεοσσών αυτών φτάνει
κατά μέσο όρο το 45 με 55%. Στη Γαλλία και Πολωνία αναφέρεται ότι το
ποσοστό των ζευγαριών που καταφέρνουν να παράγουν νεαρά φτάνει το 45 με 50%, ενώ η επιβίωση των νεοσσών φτάνει τους 3 με 4 νεοσσούς ανά
θηλυκιά.
Η πυκνότητα των ζευγαριών που αναπαράγονται αυξάνει με την
καλύτερη ποιότητα και μεγαλύτερη ποσότητα των οικοτόνων. Επίσης ένας
σημαντικός παράγοντας που συμβάλλει στη διατήρηση του πληθυσμού είναι
το υψηλό ποσοστό επιβίωσης των νεοσσών σε περιοχές με πολύ χαμηλή
πυκνότητα πληθυσμού.
Ο TEMPLE (1999) αναφέρει ότι η βόσκηση βοοειδών επιδρά στην
ποικιλομορφία των ειδών, στην πυκνότητα των πληθυσμών, στην επιτυχία της
φωλεοποίησης και στην παραγωγικότητα των εδαφόβιων πτηνών. Σε
περιοχές που δεν βόσκονται η ποικιλομορφία, η πυκνότητα, η επιτυχία
φωλεωποίησης και η παραγωγικότητα βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα. Σε
περιοχές που βόσκονται μόνιμα παρατηρείται η πιο χαμηλή ποικιλομορφία και
πυκνότητα ενώ η επιτυχία φωλεωποίησης και η παραγωγικότητα είναι σε
μέτρια επίπεδα. Σε περιοχές που βόσκονται περιστασιακά η ποικιλομορφία
και η πυκνότητα είναι σε μέτρια επίπεδα ενώ η επιτυχία φωλεωποίησης και η
παραγωγικότητα είναι στα πιο χαμηλά επίπεδα. O THOMAIDES (1992)
αναφέρει ότι μετά το θερισμό των καλλιεργειών οι οικογένειες των πεδινών
περδίκων, απόφευγαν τα καμένα κομμάτια καθώς και αυτά που βοσκούνταν
Πολλές φορές παρατηρείται μια αύξηση στον αριθμό των ατόμων των
κοπαδιών η οποία λαμβάνει χώρα μετά την 5η εβδομάδα από την περίοδο της
εκκόλαψης των νεοσσών και συμβαίνει λόγω της ένωσης διαφορετικών
οικογενειών σε ένα κοπάδι. Το φθινόπωρο παρατηρούνται κοπάδια με 3-5
ενήλικα και 10 με 12 ή και παραπάνω από 25 νεαρά.
Ο ΡΟΤΤS (1986) αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου και το
χειμώνα οι πεδινές πέρδικες σχηματίζουν κοπάδια τα οποία αποτελούνται
από το ζευγάρι και τα μικρά του. Τα ζευγάρια που δεν κατάφεραν να
αναπαραχθούν ενώνονται με άλλα κοπάδια. Κατά τη διάρκεια περιόδων με
εκτεταμένη χιονοκάλυψη παρατηρείται μεγάλη θνησιμότητα κυρίως στη στην
Α. Ευρώπη και στη Β. Αμερική. Επίσης αναφέρει ότι οι πεδινές πέρδικες
σκάβουν το χιόνι για να βρούν τροφή. Μπορούν να σκάψουν το χιόνι το πολύ
μέχρι βάθους 35 εκατοστά και όχι παραπάνω, ακόμα και αν το χιόνι είναι
μαλακό και σκάβεται εύκολα. Το κρύο και το χιόνι δεν δημιουργούν πρόβλημα στις πέρδικες. Αυτό που αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα είναι ο πάγος και το
παγωμένο χιόνι. Στη Βουλγαρία αποδείχτηκε ότι οι πέρδικες έχουν την
ικανότητα να διατηρούν τη θερμοκρασία του σώματός τους (41°C), το
λιγότερο μέχρι τρεις μέρες και σε θερμοκρασία περιβάλλοντος –35°C, ακόμα
και αν δεν τρέφονται. Αν δεν δύνανται να τραφούν καθόλου λόγω εκτεταμένης
χιονοκάλυψης ή παγωνιάς τότε πεθαίνουν το λιγότερο σε πέντε μέρες αν η
θερμοκρασία του περιβάλλοντος είναι στους –18 °C και σε επτά ημέρες στους
10 °C. Σε περιόδους χιονοκάλυψης οι πέρδικες το βράδυ κοιμούνται σε
λακούβες που σχηματίζει το χιόνι όλες μαζί, πράγμα που τους δίνει τη
δυνατότητα να διατηρούν τη θερμοκρασία τους και να μην παγώνουν.
Επίσης έχει παρατηρηθεί ότι σε περιόδους χιονοκάλυψης οι πέρδικες
πλησιάζουν κοντά σε φάρμες, στάβλους και αγροτικές κατοικίες για την
εξεύρεση τροφής.

Αρπακτικότητα
Οι BIRKAN, SERRE, et al. (1992) αναφέρουν ότι οι απώλειες των
ενήλικων κατά την περίοδο, μέσα Απριλίου εώς τέλη Ιουλίου, στα αρσενικά
άτομα φτάνει το 30% και στα θηλυκά άτομα το 45%. Σαν αιτίες θανάτου
αναφέρονται η αλεπού (Vulpes vulpes), το πετροκούναβο (Martes foina),
σκυλιά (Canis familiaris) , θεριστικές μηχανές, συρματόπλεκτοι φράκτες,
εσωπαράσιτα και άλλες άγνωστες αιτίες.
Οι H. GOSSOW et al. (1992) αναφέρουν ότι το διπλοσάινο (Accipiter
gentilis) προκαλεί μεγάλη ζημιά στους πληθυσμούς της πεδινής πέρδικας.
Ειδικότερα αναφέρει ότι σε μια σειρά παρατηρήσεων το 57% των επιθέσεων
από διπλοσάινο σε ζευγάρια πεδινής πέρδικας ήταν επιτυχής, ενώ μόνο το
20% των επιθέσεων σε κοπάδια πεδινών περδίκων είχαν επιτυχία.

Θνησιμότητα
Ο THOMAIDES (1992) αναφέρει ότι στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης
στο τέλος του χειμώνα επιβίωσε το 42.5-50.4% του πληθυσμού του Σεπτεμβρίου. Ο PEGEL (1987), αναφέρει ότι στη Δ. Γερμανία το μεγαλύτερο
μέρος των απωλειών συμβαίνει την περίοδο που σπάζουν τα κοπάδια και
λαμβάνει χώρα η διασπορά των ατόμων (Φεβρουάριος – Μάρτιος). Ο
NOSEL, (1992), αναφέρει ότι αν και η αναπαραγωγική ικανότητα των
ζευγαριών είναι σε αρκετά υψηλά επίπεδα ο πληθυσμός δεν παρουσιάζει
αξιοσημείωτη αύξηση τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας των απωλειών κατά την
περίοδο του χειμώνα. Οι απώλειες φτάνουν το 72% κατά μέσο όρο. Ο
GOSSOW (1992) αναφέρει ότι οι απώλειες το χειμώνα οφείλονται στη
δριμύτητα των καιρικών συνθηκών. Το 1978-79 που ο χειμώνας σε περιοχές
της Αυστρίας ήταν αρκετά δριμύς οι απώλειες έφτασαν το 37%, ενώ σε πιο
ήπια χρονιά έφτασαν το 13%. Ο OLECH (1971), αναφέρει ότι από τον
πληθυσμό του Σεπτεμβρίου της μιας χρονιάς (νεαρά) επιζούν μέχρι την
επόμενη περίοδο (ενήλικα) το 20 με 40%. Οι BIRKAN και JACOB (1988)
πιστεύουν ότι αυτό είναι γενικό φαινόμενο. Ο REITZ (1992), αναφέρει ότι ένα
ποσοστό 42% είναι συνηθισμένο. Στην Πολωνία οι CHLEWSKI και PANEK
(1988) αναφέρουν ότι τελικά από κάθε χρονιά επιβιώνει το 21% (θάνατοι το
χειμώνα 49% και κατά την περίοδο του καλοκαιριού το 59%)

Μετακινήσεις
Συνήθως οι πεδινές πέρδικες δεν μεταναστεύουν. Έχει παρατηρηθεί
όμως ότι από τη στιγμή που ο βιότοπος όπου διαβιούν δεν ανταποκρίνεται
στις απαιτήσεις τους, τότε αρχίζουν και μετακινούνται έως ότου βρουν πιο
κατάλληλη περιοχή. O CHURCH (1990) αναφέρει, ότι ο χρησιμοποιούμενος
βιότοπος από την πεδινή πέρδικα διαφέρει ανάμεσα στις εποχές. Ο POTTS
(1986) αναφέρει, ότι την περίοδο της αναπαραγωγής οι μετακινήσεις των
ατόμων αν δεν ενοχληθούν από οποιαδήποτε αιτία είναι πολύ μικρής
έκτασης. Οι μετακινήσεις των κοπαδιών είναι πιο εκτεταμένες συνήθως το
φθινόπωρο και το χειμώνα και κυρίως όταν επικρατούν πολύ δυσμενείς
συνθήκες με μεγάλη χιονοκάλυψη.
Οι μετακινήσεις αυτές λαμβάνουν χώρα κυρίως για την εξεύρεση
τροφής.
Η μέγιστη μετακίνηση πληθυσμού (διασπορά) στον Καναδά ήταν 400
μίλια σε 14 χρόνια ή αλλιώς 28 μίλια κάθε χρόνο. Μερικά άτομα είναι δυνατόν να ταξιδέψουν μέχρι και 50 μίλια σε ένα χρόνο. Η διασπορά στο βόρειο Οχάιο
και στο νότιο Μίσιγκαν προσέγγιζε τα 3.5 με 5 μίλια το χρόνο. Οι πέρδικες
που απελευθερώθηκαν στις ΗΠΑ προέρχονταν από την Ουγγαρία και την
Τσεχοσλοβακία όπου δεν παρατηρούνται μετακινήσεις στους πληθυσμούς.

Εξαφάνιση των πληθυσμών της πεδινής πέρδικας από περιοχές όπου διαβιούσε παλιότερα
Κάθε είδος που ζει και αναπαράγεται σε ένα βιότοπο δέχεται
επιδράσεις οι οποίες είναι γνωστές σαν οικολογικοί παράγοντες.
Αυτοί διακρίνονται σε αβιοτικούς, όπως είναι οι κλιματολογικές
συνθήκες η σύσταση και ποιότητα του εδάφους κ.λ., και σε βιοτικούς, όπως η
αρπακτικότητα, ο ανταγωνισμός κ.λ. Το κάθε είδος παρουσιάζει απέναντι σε
αυτούς τους παράγοντες όρια ανεκτικότητας και εντός των ορίων αυτών
μπορεί και επιβιώνει.
Οι πληθυσμοί των θηραματικών ειδών που ζουν σε πεδινές περιοχές
είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον τρόπο χρήσης της γης. Παλιότερα με την
εκχέρσωση των δασικών εκτάσεων και τη μετατροπή τους σε μικρής έκτασης
γεωργικές καλλιέργειες, όπου η γεωργία είχε παραδοσιακή μορφή, πολλά είδη
όπως το ορτύκι, η πεδινή πέρδικα, ο λαγός κ.λ., παρουσίασαν σημαντική
αύξηση.
Οι εδαφικές συνθήκες του βιοτόπου παίζουν σημαντικό ρόλο στην
ύπαρξη και στην παραγωγικότητα των θηραματικών ειδών. Τα γόνιμα εδάφη
ευνοούν την ύπαρξη και αφθονία των θηραμάτων, ενώ αντίθετα τα άγονα και
υποβαθμισμένα εδάφη δεν την ευνοούν, μερικές φορές μπορεί να είναι και
απαγορευτικά για την ύπαρξη.
Οι ανθρώπινες επιδράσεις στο περιβάλλον που συντελούν στη μείωση
της γονιμότητας του εδάφους έχουν ταυτόχρονα και δυσμενή επίδραση στους
θηραματικούς πληθυσμούς.

Χρήσεις της γης που έχουν σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία
εκτεταμένων και μονότονων βιοτόπων, την απόπλυση των χημικών
στοιχείων του εδάφους, την συσσώρευση στο έδαφος ανεπιθύμητων
χημικών, τα οποία είναι συστατικά των γεωργικών φαρμάκων και τη μείωση της ποικιλομορφίας, που εφαρμόζονται κατά κόρον σε πολλές
περιοχές της Ελλάδας π.χ. Θεσσαλία και οι οποίες είναι αποτέλεσμα
μονόπλευρης γεωργικής πολιτικής που έχει σαν στόχο μόνο την
παραγωγή γεωργικών προιόντων, οδήγησαν στην εξαφάνιση των
πληθυσμών της πεδινής πέρδικας από τις εν λόγω περιοχές.

Οι εκτεταμένες βαμβακοκαλλιέργειες κυρίως, δεν δύνανται να
προσφέρουν στη θηραματικά είδη τίποτα από τη στιγμή που γίνεται συνεχής
χρήση φυτοφαρμάκων και δεν υπάρχει άλλη μορφή βλάστησης εκτός από το
βαμβάκι και η εντομοπανίδα είναι ανύπαρκτη.
Από τα μηχανικά μέσα καλλιέργειας, αυτό που επιφέρει μεγάλη ζημιά
στους θηραματικούς πληθυσμούς είναι οι θεριζοαλωνιστικές μηχανές. Το
θέρισμα των καλλιεργειών γίνεται στις αρχές του καλοκαιριού και συμπίπτει με
την περίοδο επώασης των εδαφόβιων πτηνών. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα το
μαχαίρι που φέρουν μπροστά οι μηχανές αυτές να καταστρέφει τις φωλιές και
αρκετές φορές να σκοτώνει τις επωάζουσες θυληκιές.
Τα φυτοφάρμακα τα οποία χρησιμοποιούνται κατά κόρον, αφενός μεν
σκοτώνουν τα ίδια τα θηράματα είτε με απευθείας λήψη κατά τον ψεκασμό ή
με τη λήψη μολυσμένου νερού από τα κανάλια παραπλεύρως των αγρών,
αφετέρου δε επιδρούν αρνητικά στη φυσιολογία της αναπαραγωγής των
ειδών. Παλιότερα με την εκτεταμένη χρήση του DDT τα πτηνά γεννούσαν
αυγά με πολύ λεπτό κέλυφος τα οποία δεν άντεχαν το βάρος του επωάζοντος
θηλυκού και σπάζανε. Η δραστική μείωση επίσης των εντόμων και των
ασπόνδυλων λόγω των εντομοκτόνων καθιστά αδύνατη την επιβίωση των
νεοσσών της πεδινής πέρδικας, αφού αυτά αποτελούν τη βασική πηγή
τροφής για τους νεοσσούς κατά τις πρώτες μέρες της ζωής τους.

Διακράτηση πληθυσμών σε πολλές περιοχές σε χαμηλά επίπεδα
Από τη στιγμή που ένα είδος υπάρχει σε ένα βιότοπο, αλλά οι
πληθυσμός του δεν είναι ικανοποιητικός, σημαίνει ότι οι οικολογικές
απαιτήσεις του καλύπτονται, αλλά κάποια ή κάποιες από αυτές δεν
καλύπτονται στο βαθμό που θα έπρεπε.
Θα πρέπει λοιπόν να εστιάσουμε την προσοχή μας στην ποσότητα και
ποιότητα της τροφής που παρέχει ο συγκεκριμένος βιότοπος, στην ύπαρξη
νερού, θέσεων φωλεωποίησης και στην κάλυψη.
Η πεδινή πέρδικα διακρατεί συγκεκριμένες περιοχές χωροκράτειας, με
αποτέλεσμα να εκμεταλλεύεται συγκεκριμένη έκταση του ευρύτερου βιοτόπου.
Από τη στιγμή που υπάρχει τροφή αλλά είναι συσσωρευμένη σε σημεία και
δεν είναι κατανεμημένη σε όλη την έκταση του βιοτόπου, είναι «δώρων
άδωρο». Αυτόματα η ζωοχωρητικότητα της ευρύτερης περιοχής, μειώνεται στη
ζωοχωρητικότητα των τμημάτων του βιοτόπου που παρέχουν τροφή και η
υπόλοιπη έκταση του βιοτόπου παραμένει ανεκμετάλλευτη.
Σημαντικό ρόλο επίσης στη διατήρηση των πληθυσμών είναι η
διαθεσιμότητα της τροφής, του νερού των θέσεων φωλεωποίησης και της
κάλυψης σε όλες της εποχές του χρόνου, με έμφαση στην περίοδο της
αναπαραγωγής.

Πεδινή πέρδικα και διαχείριση
Η εφαρμογή ενός σχεδίου διαχείρισης των πληθυσμών της πεδινής
πέρδικας απαιτεί πρώτα απ” όλα την εφαρμογή σχεδίου διαχείρισης του
βιοτόπου της. Για να επιτύχει αυτός ο σκοπός θα πρέπει να εφαρμοστεί μια
μορφή γεωργικής πολιτικής που θα αποσκοπεί στην ευρύτερη αξιοποίηση
των δυνατοτήτων της γης και θα προβλέπει παράλληλα διαχειριστικά μέτρα
για την άγρια πανίδα. Ανάλογα με την κάθε περίπτωση και τους σκοπούς που
θα θέσουμε, η διαχείριση του βιοτόπου περιλαμβάνει μέτρα βελτίωσης του.
Για να υπάρξει η δυνατότητα οι πληθυσμοί της πεδινής πέρδικας να
έχουν αυξητική τάση θα πρέπει να ληφθεί μια σειρά από μέτρα, σε
συνεργασία πάντα των διαχειριστών και των αρμόδιων φορέων με τους
καλλιεργητές, που θα περιλαμβάνουν:
 Την εφαρμογή προγραμμάτων αγρανάπαυσης, ώστε να υπάρχουν
χέρσες εκτάσεις που θα τις εκμεταλλεύονται τα θηράματα.
 Προγραμματισμό των μορφών καλλιέργειας, ώστε να δημιουργηθεί
ένα μωσαϊκό και να αποφεύγονται οι εκτεταμένες μονοκαλλιέργειες.
 Εφαρμογή προγράμματος οικολογικής καταπολέμησης των
ζιζανίων και των εντόμων.
 Η δημιουργία φυσικών φρακτών ανάμεσα στους αγρούς και η
διατήρηση όσων υπάρχουν και όχι η εκχέρσωσή τους.
 Να αποφεύγεται το κάψιμο των καλαμιών μετά το θερισμό.
 Η περίοδος του θερισμού των δημητριακών παρουσιάζει μια μικρή
διακύμανση από περιοχή σε περιοχή. Στη Μακεδονία το θέρισμα των αγρών
αρχίζει με μια καθυστέρηση περίπου 15 ημερών από ότι στη Θεσσαλία, αυτό
το διάστημα είναι πολλές φορές καθοριστικό ώστε να προλάβουν να
εκκολαφθούν οι νεοσσοί και να απομακρυνθούν.

Και όμως κάτι αλλάζει
Η νέα κοινή αγροτική πολιτική τώρα θεσπίζει μια σειρά από μέτρα τα
οποία έως το 2013 θα αλλάξουν το τοπίο της Ελληνικής υπαίθρου αλλά και το
κοινονικοοικονομικό προφίλ μεγάλου ποσοστού του ελληνικού πληθυσμού.
Το σημαντικότερο μέτρο κατά την άποψή μου είναι η αποσύνδεση της
επιδότησης κατά μονάδα παραγωγής (ανά κιλό επιδοτούμενου προϊόντος) και
η αντικατάστασή της με μία ενιαία ενίσχυση που θα προκύπτει από το μέσο
όρο των ενισχύσεων της τριετίας 2000 – 2002 που εισέπραξε ο
συγκεκριμένος παραγωγός. Επομένως ο παραγωγός έως το 2013 άσχετα με
την ετήσια παραγωγή που θα επιτύχει, άσχετα με το είδος καλλιέργειας που
θα εφαρμόσει θα λάβει πάγια επιδότηση. Μετά το 2013 τέλος οι επιδοτήσεις.
Επομένως κανένα παραγωγό δεν θα τον ενδιαφέρει πλέον να πετύχει το
μέγιστο της παραγωγής ή το μέγιστο της ποιότητας του προϊόντος, απλά θα
πρέπει να εκμεταλλευτεί τα στρέμματα που εκμεταλλευόταν κατά το
παρελθόν. Έτσι πολλοί παραγωγοί θα σπείρουν απλά για να σπείρουν και δε
θα ποτίσουν, δε θα λιπαίνουν, δε θα ψεκάζουν τις καλλιέργειές τους και ίσως
δε θα τις συλλέγουν καν.
Έκανα αυτόν το μακροσκελή πρόλογο διότι το αγροτικό περιβάλλον και
οι αλλαγές που θα συντελεστούν σ’ αυτό επηρεάζουν άμεσα τους
πληθυσμούς των θηραματικών ειδών.
Η εφαρμογή της νέας Κ.Α.Π. σε συνδυασμό με τον «Κώδικα ορθής
Γεωργικής Πρακτικής» όπως αυτός ορίστηκε στην υπ’ αριθμ. 100949/2478/9-10-2000 απόφαση του υπουργού Γεωργίας (και θα αναλυθεί παρακάτω)
δημιουργούν ένα ισχυρό πλέγμα αγροπεριβαντολλογικών μέτρων που
σίγουρα θα επιδράσουν θετικά κυρίως στα θηράματα των πεδινών περιοχών
και σίγουρα από το 2013 και μετά θα αναστατώσουν τον αγροτικό πληθυσμό
της Ελλάδας.
Τον «Κώδικα ορθής Γεωργικής Πρακτικής» (Κ.Ο.Γ.Π) αποτελούν οι
ελάχιστες περιβαλλοντικές δεσμεύσεις που πρέπει να τηρούν οι παραγωγοί
για να εντάσσονται και να επιδοτούνται για τη συμμετοχή τους σε
αγροπεριβαλλοντικές δράσεις. Μέσα σε αυτόν υπάρχει πρόβλεψη για την
ορθολογική λίπανση των καλλιεργειών (πότε, που και πόσο λίπασμα θα
ρίχνεται) καθώς και απαγόρευση της λίπανσης σε απόσταση 2 μέτρων από
τις όχθες υδάτινων όγκων και σε παρόχθιες εκτάσεις που εμφανίζουν κλίση
μεγαλύτερη από 8%. Με ανάλογο τρόπο περιγράφεται η άρδευση των
καλλιεργειών. Έτσι π.χ. γίνεται προσπάθεια να εφαρμοστεί σχεδόν
αποκλειστικά η άρδευση με σταγόνες για την οικονομία του νερού.
Προβλέπονται μέτρα για την φυτοπροστασία, έτσι απαγορεύεται π.χ. να
ρίχνονται φυτοφάρμακα στους φυσικούς χώρους, στους φυτοφράκτες και τα
δάση. Γίνεται προσπάθεια να εφαρμοστεί το σύστημα της αμειψισποράς με
στόχο μεταξύ των άλλων και την προστασία της πανίδας και της χλωρίδας.
Έτσι η αμειψισπορά θα πρέπει να εξασφαλίζει τη διαδοχή σε κάθε
αγροτεμάχιο της βασικής καλλιέργειας με άλλη καλλιέργεια εξολοκλήρου ή σε
ποσοστό.
Ο κώδικας ορθής γεωργικής πρακτικής ασχολείται και με την
προστασία της βιοποικιλότητας και του αγροτικού τοπίου σε αυτά τα πλαίσια
επιβάλλει τη διατήρηση μεταξύ όμορων εκμεταλλεύσεων ακαλλιέργητων
χώρων πλάτους 1 μέτρου που μπορεί να είναι και φυτοφράκτες, ακόμα
απαγορεύει την καλλιέργεια εκτάσεων που αποκαλύπτονται από την
υποχώρηση των νερών των λιμνών σε περιόδους ανομβρίας. Επίσης
απαγορεύει τον θερισμό των σιτηρών όλες τις ώρες ο οποίος και πρέπει να
σταματάει με τη δύση του ηλίου. Δεν επιτρέπεται ο θερισμός τη νύχτα για την
προστασία της πανίδας. Ανάλογα μέτρα πρόβλεπε για την κατεργασία του
εδάφους με γεωργικά μηχανήματα και παράλληλα απαγορεύει την καύση των
υπολειμμάτων των καλλιεργειών (καλαμιές). Σημαντική πρόβλεψη υπάρχει για
τις οικολογικά ευαίσθητες περιοχές (δίκτυο NATURA 2000) όπου οι καλλιέργειες και οι μέθοδοι εφαρμογής αυτών θα πρέπει να εναρμονίζονται με
τους στόχους των διαχειριστικών μελετών της κάθε περιοχής.
Ο κώδικας ορθής γεωργικής πρακτικής λαμβάνει ειδικά μέτρα και για
την κτηνοτροφία ώστε η ένταση της βόσκησης δε θα υπερβαίνει την
βοσκοϊκανότητα όπως αυτή καθορίζεται από αποφάσεις των Δ/νσεων Αγροτικής Ανάπτυξης των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, ώστε να αποφευχθούν τα φαινόμενα υπερβόσκησης.
Όλα τα παραπάνω αν εξαιρέσουμε την πρόσκαιρη αναστάτωση του αγροτικού πληθυσμού συνιστούν ιδανική εικόνα αγροτικής παραγωγής σε σχέση
με την προστασία του περιβάλλοντος και την ανάπτυξη του θηράματος. Όμως
στην Ελλάδα πάσχουμε στο στάδιο της εφαρμογής, αναμένουμε λοιπόν την καλή
εφαρμογή όλων αυτών των μέτρων τη γρήγορη συμμόρφωση των παραβατών
και την ανάσα πνοής στο ελληνικό καμπίσιο θήραμα που θα αλλάξει τον
κυνηγετικό χάρτη της πατρίδας μας σίγουρα προς το καλύτερο.
Αρκεί να αρπάξουν την ευκαιρία οι κυνηγετικές οργανώσεις και να
επενδύσουν χρήματα και μεράκι ώστε να επανεισαχθεί με επιτυχία εκεί
που προϋπήρχε αυτό το ονειρεμένο θήραμα που ονομάζεται πεδινή
πέρδικα, εφόσον βέβαια ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης κρατήσει την
υπόσχεση του και τροποποιήσει την Απόφαση του που αφορά το
καθεστώς τον απελευθερώσεων.
Η διαχείριση της άγριας πανίδας άλλες φορές συμβαδίζει με τις
ανθρώπινες δραστηριότητες και άλλες φορές έρχεται σε αντίθεση με αυτές.
Οπότε είναι απαραίτητο να γίνει μια ιεράρχηση των αναγκών που προκύπτουν.
Πριν από κάθε ενέργεια θα πρέπει να προηγηθεί μελέτη των οικονομικών,
περιβαλλοντικών και κοινωνικών επιπτώσεων που θα συνεπάγεται η υλοποίησή
της.

Κείμενο: Βασίλειος Αλεξίου, Δασολόγος Περιβαλλοντολόγος, Ευάγγελος Χατζηνίκος, Δασολόγος Περιβαλλοντολόγος

 

 

 

Μείωση και πιθανή αποκατάσταση της πεδινής πέρδικας


Απόστολος Τσιομπανούδης, Δασοπόνος & Πέτρος Πλατής, Δασολόγος – Επ. Συνεργάτης ΣΤ’ Κ.Ο.ΜΑ.Θ.

Αρκετά είδη πτηνών που χρησιμοποιούν σαν ενδιαίτημα τις αγροτικές περιοχές, έχουν παρουσιάσει δραματική πληθυσμιακή μείωση κατά την διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών στην Ευρώπη. Ένα από αυτά τα είδη είναι και η πεδινή πέρδικα, που κάποτε ήταν ένα από τα πιο κοινά είδη των αγροτικών και ημιορεινών εκτάσεων. Με εξαίρεση τη Ρωσία και την Τσεχία όπου οι πληθυσμοί παραμένουν σταθεροί ή δείχνουν αυξητική τάση, όλες οι Ευρωπαϊκές χώρες παρουσίασαν μείωση στο μέγεθος των πληθυσμών από 1% μέχρι και 80%, με συνολικό μέσο όρο 30%. Σαν αποτέλεσμα όλων αυτών και επειδή η πεδινή πέρδικα αποτελεί σημαντικό θηραματικό είδος, αρκετές διεθνείς κυνηγετικές οργανώσεις και ερευνητικά ιδρύματα, έχουν επιδοθεί στην μελέτη για την αποκατάσταση του είδους.
Η μεγαλύτερη και μακροβιότερη πηγή πληροφοριών που αφορά την κάρπωση της πεδινής πέρδικας, βρίσκεται στην Μεγάλη Βρετανία και συγκεκριμένα στην περιοχή North-Norfolk (1793-1993). Σύμφωνα με τα στοιχεία, διακρίνονται τρείς περίοδοι που χαρακτηρίζουν την μείωση της πέρδικας. Η πρώτη (1793-1950) χαρακτηρίζεται από την υψηλή κάρπωση αρκετών εκατοντάδων πουλιών ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Η δεύτερη περίοδος (1950-1970) απέδειξε την ισχυρή μείωση στην κάρπωση φτάνοντας σε μερικά πουλιά ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Στην τρίτη περίοδο (μετά το 1970) συνεχίζεται η μείωση με σταθερό ποσοστό κάθε χρόνο.
Αλλά τι προκάλεσε την δραματική μείωση την περίοδο 1950-1970; Πριν τη συγκεκριμένη περίοδο το ποσοστό επιβίωσης των νεοσσών ήταν πάνω από 50%. Κατά την διάρκεια όμως της περιόδου ’50-’70, οι νεοσσοί που επιβίωναν ήταν κάτι λιγότερο από 30%. Παρόμοιες καταστάσεις εμφάνιζαν και οι περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες έρχονταν πλέον αντιμέτωπες με ένα σοβαρό οικολογικό πρόβλημα.
Ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες που οδήγησαν στην μείωση ήταν η δραματική αύξηση των ζιζανιοκτόνων φαρμάκων με σκοπό την πρόληψη και καταστολή των ζημιών που προκαλούν τα έντομα στις αγροτικές καλλιέργειες. Επίσης τα φυτοφάρμακα και τα μυκητοκτόνα συνέβαλλαν αρνητικά σε μεγάλο ποσοστό στην επιβίωση των νεαρών περδικιών. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι πριν το ’50, μόλις το 10% των καλλιεργειών ψεκάζονταν με φάρμακα ενώ μετά το 1965 το ποσοστό αυτό ανήλθε στο 90%. Η χρήση ζιζανιοκτόνων είχε άμεσες επιπτώσεις, δηλητηριάζοντας τους νεοσσούς, ή έμμεσες, σκοτώνοντας την τροφή τους, τα έντομα, που είναι απαραίτητα για τις πρώτες εβδομάδες της ζωής τους. Οι έμμεσες επιδράσεις αποδείχθηκε ότι είναι πιο δραστικές και ισχυρές. Επιπλέον, τα φυτοφάρμακα μείωσαν σε τεράστιο ποσοστό τους διαθέσιμους σπόρους και καρπούς αγρίων φυτών, που αποτελούν επίσης σημαντική πηγή τροφής για τις πέρδικες.
Δεύτερος σημαντικότερος παράγοντας της μείωσης, είναι η πτώση της ποιότητας των βιοτόπων. Σε αυτό συνέβαλλαν οι δραστικές αλλαγές στο αγροτικό τοπίο εξαιτίας της εντατικοποίησης και της μηχανοποίησης των αγροτικών πρακτικών. Η αύξηση της έκτασης των αγροτεμαχίων εξαφάνισε τους φυσικούς φράκτες που βρισκόταν ανάμεσα τους. Η απώλεια των φυσικών διαχωριστικών φρακτών, μείωσε το ποσοστό διαθέσιμων θέσεων για φωλεοποίηση. Επίσης μειώθηκαν οι ακαλλιέργητες εκτάσεις, όπου οι πέρδικες αναζητούσαν τροφή.
Η αρπακτικότητα είναι ένας παράγοντας που έκανε την εμφάνιση του τα τελευταία 20 χρόνια. Στη Γαλλία αποδείχθηκε ότι οι εναέριοι και επίγειοι άρπαγες ευθύνονται για το 70% των απωλειών από τους νεοσσούς κάθε χρόνο. Επιπλέον η μεγάλη κυνηγετική πίεση, χωρίς την επιβολή διαχειριστικών μέτρων και ελέγχου των πληθυσμών, συνετέλεσε στην περαιτέρω μείωση της πεδινής πέρδικας, με αρκετά μεγάλο ποσοστό σε μερικές περιοχές (35-40 %). Ακόμα, η απελευθέρωση φασιανών για την αύξηση της κυνηγετικής κάρπωσης σε μερικές περιοχές, οδήγησε στην μετάδοση ασθενειών και παρασίτων στους άγριος πληθυσμούς της πεδινής πέρδικας, με αποτέλεσμα την απώλεια σωματικού βάρους και κατά συνέπεια τον θάνατο των πουλιών.
Τι μπορεί να γίνει για την ανάκαμψη των πληθυσμών; Οι νεότερες έρευνες προτείνουν την ανάγκη για την μείωση της αρπακτικότητας, χωρίς όμως να υπάρχουν ποσοτικά δεδομένα για το εάν η εφαρμογή του συγκεκριμένου μέτρου θα έχει θετικά αποτελέσματα. Εξαίρεση αποτελεί μια έρευνα στη Μ. Βρετανία που αποδεικνύει ότι ο έλεγχος των αρπάγων (αλεπού, κουνάβια, κορακοειδή) κατά την διάρκεια 3 ετών είχε σαν αποτέλεσμα τον τριπλασιασμό των ζευγαριών και γενικότερα του πληθυσμού. Το μειονέκτημα της συγκεκριμένης έρευνας είναι ότι ο έλεγχος εφαρμόστηκε σε μια μικρή περιοχή και το ερώτημα που προκύπτει είναι εάν θα υπήρχαν τα ίδια αποτελέσματα σε μεγάλες εκτάσεις. Το σίγουρο είναι ότι μια πιθανή αύξηση της πεδινής πέρδικας σε μια περιοχή, μπορεί να επιτευχτεί με έναν συνδυασμό παραγόντων και ενεργειών από τον άνθρωπο, όπως είναι η βελτίωση της ποιότητας του βιοτόπου και αμέσως μετά ο έλεγχος των αρπάγων.
Ένα διαχειριστικό μέτρο που έχει εφαρμοστεί με επιτυχία, είναι το όργωμα χωραφιών που βρίσκονται σε καθεστώς αγρανάπαυσης για πολλά χρόνια, με στόχο την εμφάνιση μονοετών φυτών και την απομάκρυνση των πολυετών. Το όργωμα εφαρμόζεται ανά δυο χρόνια, χωρίς φυσικά τη χρησιμοποίηση χημικών φαρμάκων. Το μέτρο αυτό εφαρμόστηκε στη Μ. Βρετανία με θεαματικά αποτελέσματα, αυξάνοντας κατά 50% τους νεοσσούς που επιβίωσαν. Επίσης πολύ σημαντική είναι η ρίψη μίγματος σπόρων, με σκοπό την αύξηση της ποικιλίας των ειδών της βλάστησης, για την ενίσχυση των διατροφικών συνθηκών της πέρδικας.
Όμως η δημιουργία κατάλληλων βιοτόπων, μπορεί να προκαλέσει αύξηση της αρπακτικότητας, καθώς οι πέρδικες συγκεντρώνονται σε αυτές τις περιοχές και είναι περισσότερο ευάλωτες στους άρπαγες, οι οποίοι συνηθίζουν στην παρουσία της και την αναζητούν μόνο σε συγκεκριμένα σημεία. Για το σκοπό αυτό προτάθηκε οι επεμβάσεις να έχουν ελάχιστη έκταση τα 3 στρέμματα και να εφαρμόζονται διάσπαρτα σε μεγάλες πεδινές περιοχές.
Ωστόσο το πιο σημαντικό για να ενισχυθεί ένας υπάρχον πληθυσμός πεδινής πέρδικας, είναι η διατήρηση και αύξηση της διαθέσιμης τροφής των νεοσσών. Το πιο ιδανικό μέτρο είναι η παύση των ζιζανιοκτόνων όπως συμβαίνει στις βιολογικές καλλιέργειες. Ιδιαίτερα οι βιολογικές καλλιέργειες δημητριακών, παρέχουν μεγάλη ποικιλία και ποσότητα σπόρων και εντόμων. Για αυτόν τον λόγο έχει παρατηρηθεί μεγαλύτερη ποικιλία πτηνών σε βιολογικές καλλιέργειες σε σχέση με τις συμβατικές.
Τι συμβαίνει όμως με τις απελευθερώσεις; Λόγω της εύκολης εκτροφής της πεδινής πέρδικας, έχουν πραγματοποιηθεί απελευθερώσεις χιλιάδων πουλιών σε πολλές περιοχές της Ευρώπης για την αύξηση της κυνηγετικής κάρπωσης ή την εγκατάσταση νέων πληθυσμών σε μέρη που κάποτε προϋπήρχαν. Το κεφάλαιο της απελευθέρωσης όμως είναι τεράστιο, με πολλές παραμέτρους και ερωτήματα.
Κατά καιρούς έχουν εφαρμοστεί διάφορες πρακτικές απελευθέρωσης, τα συμπεράσματα που προέκυψαν όμως δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά για πολλές από αυτές, καθώς η πεδινή πέρδικα είναι ένα εξαιρετικά ευαίσθητο και τρωτό είδος στους άρπαγες. Επίσης η εξοικείωση των εκτρεφόμενων πουλιών με το νέο τους περιβάλλον είναι ιδιαίτερα δύσκολη και χρονοβόρα, με αποτέλεσμα την αποτυχία των απελευθερώσεων στις περισσότερες περιπτώσεις.
Ο Βρετανικός οργανισμός «Game and Wildlife Conservation Trust» και μετά από πολυετή έρευνα και πειράματα, μας δίνει χρήσιμες συμβουλές που αφορούν την απελευθέρωση της πεδινής πέρδικας. Συνοπτικά οι δυο κυριότερες από αυτές είναι:
Σε περιοχές όπου η πυκνότητα της πέρδικας είναι τουλάχιστον 2 ζεύγη ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, η απελευθέρωση πρέπει να απαγορεύεται ενώ η καταπολέμηση των αρπάγων και η βελτίωση των βιοτόπων είναι ουσιαστικά μέτρα για την αύξηση του πληθυσμών, και
Όπου δεν υπάρχει πληθυσμός ή η πυκνότητα είναι πάρα πολύ χαμηλή, η μεταφορά άγριων πουλιών από άλλη περιοχή είναι η καλύτερη μέθοδος. Η σύλληψη πρέπει να γίνεται από έναν υγιή πληθυσμό την περίοδο του φθινοπώρου (τουλάχιστον 25 πουλιά/km2) και το ποσοστό των συλληφθέντων δεν μπορεί να υπερβαίνει το 10% των ήδη υπαρχόντων πουλιών.

Βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε
Buner F. and Aebischer N. J. (2008) Guidelines for re-establishing grey partridges through releasing. Game & Wildlife Conservation Trust, Fordingbridge.
Buner F. (2008) Survival, habitat use and disturbance behaviour of re-introduced Grey Partridges Perdix perdix L. in an enhanced arable landscape in the Swiss Klettgau. PhD thesis, University of Basel and Swiss Ornithological Institute Sempach.
Kuijper D., Oosterveld E. and Wymenga E. (2009) Decline and potential recovery of the European grey partridge (Perdix perdix) population—a review. Eur. J. Wildl. Res. 55: 455-463.
Parish D.M.B and Sotherton N.W. (2007) The fate of released captive reared grey partridges Perdix perdix: implications for reintroduction programmes. Wildl. Biol. 13: 140-149.
Potts G.R. and Aebischer N.J. (1995) Population dynamics of the grey partridge Perdix perdix 1793–1993: monitoring, modelling and management. Ibis 137:s29–s37


Comments are closed.