Ο Αγριόχοιρος

Ο αγριόχοιρος ή αγριογούρουνο είναι ο άγριος πρόγονος των εξημερωμένων χοίρων.

Εξάπλωση και βιότοποι

Το αγριογούρουνο ζει και αναπαράγεται σε όλη την Ευρωπαϊκή ήπειρο (πλην των Βρετανικών νησιών), κάτω από τον 58ο βόρειο παράλληλο, στην βόρεια Αφρική, στην κεντρική και νότια Ασία. Έχει εισαχθεί επίσης με επιτυχία στη βόρεια Αμερική και την Αυστραλία. Στην Ελλάδα υπήρχε σχεδόν παντού από χιλιάδες χρόνια, ενώ σήμερα συναντάται στη Μακεδονία, Θράκη, Ήπειρο, Θεσσαλία, Στερεά Ελλάδα και στη νήσο Σάμο. Έχει επίσης επανεισαχθεί από τις Κυνηγετικές Οργανώσεις με μεγάλη επιτυχία στην Πελοπόννησο και πολύ πρόσφατα έγινε εισαγωγή του στη νήσο Λέσβο, συγκεκριμένα στο όρος Όλυμπος του νησιού.
Είναι είδος δασόβιο. Ζει στα πυκνά θαμνώδη δάση πλατύφυλλων, δρυός, καστανιάς και οξιάς. Συχνά όμως μετακινείται για αναζήτηση τροφής σε ελώδης εκτάσεις, σε γεωργικές καλλιέργειες που συνορεύουν με δάση ή ακόμα σε μεγάλα υψόμετρα το καλοκαίρι στην αλπική ζώνη.

Βιολογία

Ζει κατά μέσο όρο 10 χρόνια, σε σπάνιες περιπτώσεις φτάνει όμως και παραπάνω από 15. Σε πλήρη ανάπτυξη φτάνει τα 170-200 κιλά. Έχει πολύ ανεπτυγμένη όσφρηση και ακοή ενώ η όρασή του είναι περιορισμένη, αντιλαμβάνεται κυρίως την κίνηση και όπως τα περισσότερα θηλαστικά δεν βλέπει τα χρώματα. Το τρίχωμά του αποτελείται από δύο ειδών τρίχες, το κυρίως τρίχωμα είναι τρίχες μακριές, σκληρές και αραιές ενώ το πυκνό υπόστρωμα είναι τρίχες μαλακές και κοντές για να το προφυλάσσουν από τις χαμηλές θερμοκρασίες. Το τρίχωμα αλλάζει δυο φορές το χρόνο, τον Οκτώβριο και τον Μάιο. Ο χρωματισμός του ποικίλλει ανάλογα τις εποχές, τις τοπικές γενιές και τον τόπο διατροφής του, από καφεκόκκινος, γκρι έως μαύρος. Είναι πολύ δυνατό ζώο και όταν τρέχει μπορεί να αναπτύξει ταχύτητα έως 40 km/h παρασύροντας τα πάντα στο διάβα του. Το κοντόχοντρο χαρακτηριστικό σχήμα του αγριόχοιρου οφείλεται στο δυσανάλογα μεγάλο σε μέγεθος κεφάλι του. Τα αυτιά του είναι σχετικά μεγάλα, τα οποία κινεί συνεχώς για να συλλάβει και τον πιο ανεπαίσθητο ήχο. Η μύτη έχει μακριά κατάληξη η οποία του επιτρέπει με την βοήθεια των δοντιών του να σκάβει προς αναζήτηση τροφής (ο «ζουρνάς» στην γλώσσα των κυνηγών). Οι 4 κυνόδοντες εμφανίζονται αμέσως μετά την γέννησή του. Οι κυνόδοντες της πάνω σιαγόνας είναι μεγαλύτεροι και ισχυρότεροι απ” αυτούς της κάτω και όλοι έχουν διεύθυνση προς τα πάνω. Τα αρσενικά έχουν μεγαλύτερους κυνόδοντες από τα θηλυκά. Κλείνοντας οι σιαγόνες, η εξωτερική πλευρά των πάνω κυνοδόντων έρχεται σε επαφή με την εσωτερική πλευρά των κάτω. Το εύρος της τριβής των κυνοδόντων είναι διαγνωστικό στοιχείο της ηλικίας των ζώων. Στα ανήλικα είναι ανύπαρκτη και αυξάνει με την πάροδο των χρόνων. Ένας άλλος τρόπος να διαπιστωθεί εμπειρικά η ηλικία των ζώων μιας ομάδας είναι ο τρόπος που σκάβουν το έδαφος. Τα νεαρά άτομα σκάβουν ακανόνιστα, ενώ τα ενήλικα δημιουργούν συνεχείς κανονικές αυλακώσεις. Γίνεται επικίνδυνο όταν πρόκειται να υπερασπιστεί τα μικρά του ή όταν είναι τραυματισμένο όπου στήνει και ενέδρες. Έχουν σημειωθεί έως και θανάσιμοι τραυματισμοί κυνηγών από αγριόχοιρους.
Ο αγριόχοιρος είναι παμφάγο ζώο. Τρέφεται κυρίως με βελανίδια, κάστανα, διάφορα φρούτα και καρπούς, ρίζες και βολβούς τα οποία βγάζει σκάβοντας το έδαφος. Η επιδρομές του είναι συχνές σε καλλιέργειες πατάτας, παντζάρια και καλαμπόκια, ιδίως όταν οι καρποί είναι σε γαλακτώδη ακόμα μορφή. Το διαιτολόγιο συμπληρώνεται με μύκητες (μανιτάρια), σκουλήκια, σαλιγκάρια, προνύμφες εντόμων, έντομα, αμφίβια, ερπετά, τρωκτικά, αυγά εδαφόβιων πτηνών αλλά και ψοφίμια. Τα ψοφίμια είναι όμως συχνά πτώματα ζώων φορέων της τριχινιάσεως, ασθένειας που μεταδίδεται στον άνθρωπο, γι” αυτό το κρέας του αγριόχοιρου πρέπει να βράζεται καλά.

Κοινωνική δομή

Οι αγριόχοιροι διαβιούν σε ομάδες οι οποίες αποτελούνται από την μητέρα και τα μικρά των τελευταίων δύο ετών. Συχνά ενώνονται δύο ή περισσότερες ομάδες και σχηματίζουν κοπάδι. Αρχηγός της ομάδας ή του κοπαδιού είναι το γηραιότερο θηλυκό. Τα μικρά του κοπαδιού σχηματίζουν μια ομάδα επιτηρούμενη από τα θηλυκά από μια απόσταση,ενώ σε περίπτωση κινδύνου ειδοποιούνται από τους βρυχηθμούς του θηλυκού που τα επιτηρεί. Τα αρσενικά που είναι μεγαλύτερα των δύο ετών, σχηματίζουν μικρές ομόφυλες ομάδες ενώ τα γηραιότερα ζουν μόνα τους (μονιάδες). Επίσης συχνά γύρω από την ομάδα ειδικότερα την περίοδο αναπαραγωγής βρίσκονται ενήλικα αρσενικά τα οποία την ακολουθούν από μία σχετική απόσταση.
Οι ομάδες διατηρούν περιοχές επικράτειας και δεν τις εγκαταλείπουν όσο υπάρχει αρκετή τροφή εκεί. Οι περιοχές αυτές εκτείνονται ανάλογα με την επάρκεια τροφής για την συγκεκριμένη ομάδα και συχνά επικαλύπτονται με άλλες γειτονικής ομάδας. Η «σήμανση» της περιοχής επικράτειας γίνεται με το ξύσιμο ή την αποφλοίωση των κορμών των δέντρων. Η μετακίνηση της ομάδας για την τροφή γίνεται σε όλες σχεδόν της ώρες της ημέρας όταν δεν ενοχλείται, με συχνά διαλείμματα τις μεσημεριανές ώρες κυρίως. Όταν όμως ενοχλείται έντονα όπως στην περίοδο του κυνηγίου, γίνεται κατά την διάρκεια της νύχτας. Σε περιόδους με έλλειψη τροφής, η ομάδα μπορεί να διανύσει έως και 80 χιλ. Κατά την μακρά αυτή μετακίνηση η ομάδα σχηματίζει φάλαγγα, το ένα ζώο πίσω απ” το άλλο και είναι δύσκολη η καταμέτρησή τους από τα ίχνη.
Ο αγριόχοιρος λατρεύει τα λασπόλουτρα, τα οποία τον απαλάσσουν από τα παράσιτα ενώ συγχρόνως το δέρμα του λαμβάνει διάφορα ορυκτά άλατα και ιχνοστοιχεία. Αυτή του η δραστηριότητα τον αναγκάζει συχνά να διανύει μεγάλες αποστάσεις για να βρει κατάλληλο τόπο. Μετά το λασπόλουτρο τρίβεται στους κορμούς των δέντρων ώστε να καθαρίσει την ξεραμένη λάσπη η οποία απομακρύνεται μαζί με τα παράσιτα.

Αναπαραγωγή

Είναι είδος πολυγαμικό. Η περίοδος οργασμού ξεκινά στα τέλη Δεκεμβρίου και τελειώνει στα τέλη Ιανουαρίου. Η διάρκεια του οργασμού των θηλυκών είναι 48 ώρες. Όλη την περίοδο του οργασμού τα αρσενικά πλησιάζουν τις ομάδες των θηλυκών και τότε επιδίδονται σε άγριες μάχες, αν και όχι θανατηφόρες, για την επικράτηση των πιο ισχυρών αρσενικών τα οποία θα σχηματίσουν τα «χαρέμια» τους, τα οποία συνήθως περιλαμβάνουν έως 8 θηλυκά.
Η κυοφορία στις πρωτότοκες θηλυκές διαρκεί 114-130 ημέρες, ενώ στις ώριμες 133-140. Γεννούν από 3 έως 10 μικρά. Σε περιοχές ή σε περιόδους πολυκαρπίας με άφθονη τροφή, οι γεννήσεις είναι κατά μέσο όρο 6 μικρά, ενώ σε φτωχές περιόδους πολύ λιγότερα. Τα θηλυκά ωριμάζουν για αναπαραγωγή στην ηλικία των 12 μηνών, ενώ τα αρσενικά στους 18-24. Με ευνοϊκές συνθήκες διατροφής είναι δυνατόν τα θηλυκά να έχουν οργασμό σε μικρότερη ηλικία.
Το θηλυκό απομακρυνόμενο απ” την ομάδα για την γέννα, κατασκευάζει υποτυπώδη φωλιά και γεννά μικρά με ανοικτά τα μάτια και ευθυβαδιστικά. Την πρώτη εβδομάδα παραμένουν στη φωλιά για προστασία από το ψύχος και ο θηλασμός τους διαρκεί 2-3 μήνες. Γεννιούνται με κοκκινωπό χρώμα με τις χαρακτηριστικές ανοικτοκίτρινες ραβδώσεις που τους δίνουν κάποια προσαρμογή με τον χρωματισμό του περιβάλλοντος. Οι ραβδώσεις διατηρούνται έως την ηλικία των 6 μηνών, (απαγορεύεται η θήρα τέτοιων μικρών) μετά την παρέλευση των οποίων, το χρώμα τους γίνεται καφέ, ενώ με την συμπλήρωση του πρώτου έτους αποκτούν τον χρωματισμό της ομάδας των ενηλίκων και ανεξαρτητοποιούνται. Η θνησιμότητα των νεογνών είναι μεγάλη τους πρώτους μήνες και φτάνει το 40-50% και οφείλεται στις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, στην αρπακτικότητα μεγάλων θηλαστικών και στα παράσιτα. Η έντονη σεξουαλική δραστηριότητα εξασθενίζει τα αρσενικά που χάνουν έως και το 20% του βάρους τους. Σε ευνοϊκές περιόδους πολυκαρπίας είναι δυνατόν να γίνουν δύο γέννες το χρόνο, μία τον Ιανουάριο και η δεύτερη στο τέλος Ιουλίου με αρχές Αυγούστου.

Η κοινωνική οργάνωση του αγριόχοιρου.

Συντάχθηκε απο τον Καραμπατζάκη Θεοφάνη – Επιστημονικό Συνεργάτη ΚΟΜΑΘ

Ο αγριόχοιρος είναι κοινωνικό ζώο, ζει δηλαδή σε αγέλες που τις λέμε κοπάδια και γνωρίζει πολύ καλά να οργανώνει την ζωή του ομαδικά. Η ομαδική ζωή όμως απαιτεί πάντα την ύπαρξη μιας κοινωνικής οργάνωσης, με αυστηρή ιεραρχική δομή, η οποία ρυθμίζει τις εσωτερικές, αλλά και τις εξωτερικές λειτουργίες της κοινωνίας αυτής, βάζει δηλαδή τα πράγματα σε τάξη.
Ετσι λοιπόν μέσα σε κάθε κοπάδι κάθε ζώο κατέχει μια σαφώς καθορισμένη θέση στην ιεραρχία πηγαίνοντας από το κυρίαρχο στο υποτελές.

Η δομή (σύνθεση) και το μέγεθος των κοπαδιών
Το κοπάδι αποτελείται αποκλειστικά από 1 έως 5 ή 6 ενήλικα θηλυκά διαφόρων ηλικιών ακολουθούμενα από τα μικρά τους και τα θηλυκά της γέννας της προηγούμενης χρονιάς που έχουν ή δεν έχουν τεκνοποιήσει. Αυτές οι ενήλικες θηλυκές οι οποίες είναι μητέρες έχουν ρόλο πρωταρχικό μέσα στην οργάνωση του κοπαδιού όπως ακριβώς στις μητριαρχικές κοινωνίες του ανθρώπου. Για να γίνει κατανοητή η έννοια της δομής ενός κοπαδιού, ας φανταστούμε μια πυραμίδα που την βάση της κατέχουν τα μικρά της αμέσου περασμένης αναπαραγωγικής περιόδου, στον πρώτο όροφο βρίσκονται τα θηλυκά που γεννήθηκαν την προηγούμενη χρονιά, στον δεύτερο όροφο οι θηλυκές μεταξύ 2-3 ετών, στον τρίτο όροφο αυτές μεταξύ 3-4 ετών κ.ο.κ. μέχρι την κορυφή που είναι η γηραιότερη, η αρχηγός του κοπαδιού. Είναι αυτονόητο ότι οι μικρότερες ηλικίες αντιπροσωπεύονται από περισσότερα ζώα και οι μεγαλύτερες από λιγότερα. Όταν αυτό δεν συμβαίνει λέμε ότι η δομή του κοπαδιού (ή του πληθυσμού) δεν είναι καλή και βέβαια υπάρχει υπογεννητικότητα.

Το μέγεθος των κοπαδιών δεν είναι πάντα σταθερό. Σε περιοχές ήσυχες με πυκνή βλάστηση έχουν παρατηρηθεί κοπάδια με 40 – 50 ζώα. Συνήθως πρόκειται για προσωρινές συγκεντρώσεις περισσοτέρων κοπαδιών και πάντα σε εποχές κλειστές για το κυνήγι, γιατί η μεγάλη (υπερβολική) κυνηγετική πίεση δεν ευνοεί την σύνθεση και την διατήρηση μεγάλων καλών κοπαδιών.

Ο ρόλος της «αρχηγού» θηλυκιάς
Κάθε κοπάδι καθοδηγείται πάντα από ένα κυρίαρχο θηλυκό ζώο. Αυτό είναι συνήθως το πιο ηλικιωμένο ζώο, αλλά όχι απαραίτητα και το πιο βαρύ.

Αυτή η θηλυκιά που στο εξής θα την αποκαλούμε «αρχηγό» είναι η πιο έμπειρη, διαθέτει αποδεδειγμένα μια ισχυρή «προσωπικότητα» και αυτό της αναγνωρίζεται από τις άλλες θηλυκές που είναι συνήθως αδερφές της, ξαδέρφες της, κόρες της, ανηψιές της και εγγονές της.

Ο ρόλος της πρώτα απ” όλα είναι να μεριμνά για την ασφάλεια του κοπαδιού και την εξεύρεση της τροφής. Βρίσκεται πάντα επί κεφαλής του κοπαδιού στις μετακινήσεις και ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κινδύνου (κυνήγι). Αυτή επιλέγει τον χώρο που θα γίνουν τα γιατάκια, καθορίζει τις κατευθύνσεις διαφυγής και την χρονική διάρκεια της ανάπαυσης. Αυτή θυμάται τα πιο ασφαλή περάσματα, τους τόπους βοσκής, τις πιο ήσυχες περιοχές, τους τόπους που προσφέρονται για γιατάκι ανάλογα με τον καιρό (επικρατούντες άνεμοι, βροχή, ζέστη κ.ά.) και τα σημεία του νερού.

Αυτή η γνώση, η οποία οφείλεται στην άριστη αξιοποίηση της εμπειρίας της λόγω του ιδιαίτερου χαρακτήρα της, μεταβιβάζεται στο κοπάδι με δύο μηχανισμούς: άμεσα με την εκπαίδευση των νεαρότερων θηλυκών, η οποία επιτυγχάνεται με την παρακολούθηση των πράξεών της απ” αυτές και έμμεσα με την κληρονομικότητα, αφού τα μέλη του κοπαδιού είναι συγγενικά και θα έχουν και αυτά την ανάλογη νοημοσύνη για να αξιοποιήσουν καλά την εμπειρία τους.

Επίσης πρέπει να πούμε ότι υπάρχει πάντα μια άλλη θηλυκιά με κυρίαρχο χαρακτήρα συνήθως νεότερη, η οποία είναι έτοιμη να διαδεχθεί την «αρχηγό» σε περίπτωση απώλειάς της.

Η ομαδική ζωή
Όλα τα άτομα του κοπαδιού συμμετέχουν το καθένα ανάλογα με την θέση που κατέχει στην ιεραρχία, στον αγώνα για την επιβίωση όλου του κοπαδιού. Κάθε ζώο είτε ενήλικο, είτε ανήλικο, βρίσκεται πάντα σε μια κατάσταση επαγρύπνησης έναντι των κινδύνων που τα απειλούν. Η ένταση της επαγρύπνησης διαφέρει ανάλογα με την περίσταση και είναι ιδιαίτερα αυξημένη όταν για παράδειγμα το κοπάδι βόσκει σε ανοιχτές περιοχές. Το ομαδικό πνεύμα έχει επίσης και άλλα θετικά: Εάν μια μητέρα χαθεί (αρρώστια, ατύχημα, κυνήγι κ.ά.) στην περίοδο της γαλουχίας, τα μικρά της θα υιοθετηθούν και θα ανατραφούν από κάποια άλλη μητέρα του ίδιου κοπαδιού. Αντίθετα αν μια ομάδα από μικρά ορφανά προσεγγίσει ένα ξένο κοπάδι, θα δεχθεί επιθέσεις από τα συνομήλικα του άλλου κοπαδιού και θα εκδιωχθεί βίαια.

Μεταξύ των κοπαδιών αναπτύσσεται μια ισχυρά ανταγωνιστική σχέση. Το κοπάδι που δεν είναι «δεμένο» με μια περιοχή χρησιμοποιεί έκταση μικρότερη απ” αυτήν που χρησιμοποιεί ένα άλλο κοπάδι που είναι εγκατεστημένο στην περιοχή από καιρό.

Τα κοπάδια που αποτελούνται από ηλικιωμένες θηλυκές τείνουν να κυριαρχήσουν σ” αυτά που αποτελούνται από νεαρότερες, και αυτά με τη σειρά τους κυριαρχούν σε μικρά κοπάδια που αποτελούνται από έφηβες. Επίσης μια θηλυκιά άρρωστη ή εξασθενημένη εξορίζεται άμεσα από το κοπάδι και χρησιμοποιεί μια μικρότερη περιοχή και αμέσως την θέση της καταλαμβάνει η επόμενη στην ιεραρχία.

Τα αρσενικά
Τα αρσενικά μόλις ωριμάσουν σεξουαλικά (9ος μήνας) εγκαταλείπουν το κοπάδι της μητέρας τους το οποίο τα διώχνει πολλές φορές βίαια για να αποφύγει την αιμομιξία αφού όλα τα θηλυκά του κοπαδιού είναι συγγενικά άτομα.

Ετσι συναντάμε πολλές φορές μικρά κοπάδια τα οποία αποτελούνται αποκλειστικά από 3-4 νεαρά αρσενικά μεταξύ 9 και 24 μηνών. Την περίοδο του οίστρου τα μεγάλα αρσενικά τα οποία προσεγγίζουν τα κοπάδια για να ζευγαρώσουν, διώχνουν βίαια αυτά τα νεαρά αρσενικά, τα οποία αντιμετωπίζονται ως αντεραστές. Τα κοπάδια των νεαρών αρσενικών είναι πρόσκαιρα και ασταθή. Σε λίγο θα χωρίσουν και το καθένα θα επιλέξει την περιοχή κυριαρχίας του. Η απειρία που διακρίνει αυτά τα ζώα τα καθιστά ευάλωτα στους κυνηγούς και αποτελούν την κατηγορία αυτή των αρσενικών θηρευθέντων αγριόχοιρων για τους οποίους ακούμε να λένε: «ήρθε σαν χαζός επάνω μου και τον χτύπησα, μα τόσο απονήρευτο ζώο και αρσενικό μάλιστα!;» Επίσης πρέπει να πούμε ότι η κυνηγετική κάρπωση αυτών των νεαρών αρσενικών δεν έχει σοβαρές επιπτώσεις στην αριθμητική εξέλιξη του πληθυσμού υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν θηρεύονται όλα.

Σε ηλικία περίπου 2 ετών ή και νωρίτερα τα αρσενικά ζώα γίνονται μοναχικά και αποκαλούνται πλέον «μονιάδες», «κάπροι» ή «τεκλεμέδες». Κάθε κάπρος έχει την περιοχή κυριαρχίας του, η οποία είναι ανάλογη του μεγέθους του και όποιος άλλος κάπρος τολμήσει να μπεί σ” αυτήν αντιμετωπίζεται βίαια. Ο κάπρος προτιμά πάντα τις πιο ήσυχες θέσεις, κάνει το γιατάκι του σε πολύ καλά επιλεγμένες θέσεις από τις οποίες ελέγχει άριστα τους κινδύνους. Οσο περνάει η ηλικία γίνεται και περισσότερο άγριος και επιθετικός και η συσσωρευμένη και πολύ καλά αξιοποιημένη εμπειρία του τον καθιστά ικανότατο να αμύνεται και να επιβιώνει.

Την περίοδο του οίστρου ο κάπρος πλησιάζει τα κοπάδια για να ζευγαρώσει και λόγω της αφοσίωσής του στις ερωτικές του πράξεις, γίνεται πιο ευάλωτος στους κυνηγούς. Εγκαθίσταται κοντά στο γιατάκι κάποιου κοπαδιού και πολλές φορές στο ίδιο. Οι πιο νέοι εκδιώκονται από τους πιο μεγάλους και περιμένουν την σειρά τους να τους δοθεί κάποτε η ευκαιρία να δώσουν και αυτοί απογόνους.

Η μεγάλη ευθύνη των κυνηγών
Η άναρχη κυνηγετική κάρπωση που επικρατεί στη χώρα μας αποσταθεροποιεί και διασπά την ιεραρχική δομή των κοπαδιών και είναι βέβαιο ότι επιφέρει μεγάλη σύγχυση στην συμπεριφορά αυτών που απομένουν. Εάν οι διαφορετικές κλάσεις της ηλικίας διατηρηθούν στο κοπάδι και προπαντός όταν δεν τουφεκάμε, αφήνοντάς την να περάσει, την «αρχηγό», θα εκπλαγούμε από την αυξητική εξέλιξη του πληθυσμού τους. Η κυνηγετική πίεση λοιπόν πρέπει να είναι τέτοια ώστε να μην επιτρέπει την διάσπαση της δομής των κοπαδιών, πολύ δε περισσότερο την τελεία εξόντωσή τους. Πρέπει λοιπόν τα διαχειριστικά μέτρα που θα λαμβάνονται για το θήραμα αυτό να στοχεύουν στη διατήρηση της δομής των κοπαδιών. Βέβαια αν και στη χώρα μας δεν ασκείται διαχείρηση των πληθυσμών του είδους (εκτός από τον καθορισμό της χρονικής περιόδου θήρας) η δυσκολία του κυνηγιού του η οποία οφείλεται στους πολύ εκτεταμένους βιοτόπους του (δάση και μερικώς δασοσκεπείς εκτάσεις), στον ορεινό χαρακτήρα τους με το ισχυρό ανάγλυφο του εδάφους, στην δύσκολη προσπελασιμότητά τους λόγω χαμηλής πυκνότητας οδικού δασικού δικτύου κ.ά. είναι οι κύριοι λόγοι που κρατούν την κυνηγετική κάρπωση χαμηλά σε σχέση με το θηραματικό κεφάλαιο και τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια σχετική αύξηση του πληθυσμών του. Για την διαχείριση των πληθυσμών του αγριόχοιρου θα αναφερθούμε εκτενέστερα σε προσεχές άρθρο μας.

Βιβλιογραφία

L. Cabanau. La compagnie, veritable organisation sociale. Mag. Le shasseur de sanglier, p.20-25, n0 12.

M. -L. Bouldoire, J. Vassant. Le sanglier.

O.N.C. Le sanglier

Πως να αυξήσουμε τον πληθυσμό του αγριόχοιρου σε μια περιοχή χωρίς να σταματήσουμε το κυνήγι.
Πολλές φορές ακούμε κάποιους φίλους μας να λένε ότι πρέπει να απαγορευθεί το κυνήγι (χρονικά ή γεωγραφικά) για να περισσέψει το θήραμα και πολλά άλλα διάφορα. Και αν αυτά τα λένε άνθρωποι απλοϊκοί έχει καλώς. Το ζήτημα είναι ότι τα λένε και άνθρωποι που βρίσκονται στα κέντρα των αποφάσεων. Σ” αυτή την περίπτωση είτε πρόκειται για εγκληματική άγνοια, είτε για σκόπιμη ενέργεια με αντικυνηγετικούς σκοπούς. Υπάρχουν λοιπόν τρόποι να αυξηθούν τα θηράματα με ταυτόχρονη άσκηση του κυνηγιού, αρκεί να εφαρμόσουμε κάποια διαχειριστικά μέτρα τα οποία είναι πολύ απλά στην πράξη και η εφαρμογή τους εξαρτάται βασικά από εμάς τους κυνηγούς.

Θα δούμε λοιπόν παρακάτω την περίπτωση της αύξησης του πληθυσμού του αγριόχοιρου με ταυτόχρονη άσκηση του κυνηγίου με μόνο εργαλείο την ποιοτική επιλογή στην κυνηγετική κάρπωση.

Στην εικόνα που βλέπουμε δίπλα φαίνεται παραστατικά ο μηχανισμός αύξησης του πληθυσμού του αγριόχοιρου αν για τρία χρόνια δεν χτυπάμε τα μεγάλα θηλυκά.
Και να πως εξηγείται: Εστω ότι σε μια περιοχή στο τέλος του χειμώνα (λήξη του κυνηγίου) υπάρχει μια ενήλικη γουρούνα. Αυτή την ερχόμενη άνοιξη θα γεννήσει 6 γουρουνάκια (3 αρσενικά και 3 θηλυκά). Μπορούμε λοιπόν να κυνηγήσουμε με δύο σενάρια. Στο μέν πρώτο δεν θα χτυπάμε τα μεγάλα θηλυκά, στο δε δεύτερο θα χτυπάμε κατά κανόνα τα πιο μεγάλα. Ετσι το επόμενο φθινόπωρο για τον μεν πρώτο σενάριο χτυπάμε 4 μικρά (2 αρσενικά και 2 θηλυκά) για το δε δεύτερο χτυπάμε τη γουρούνα και 3 μικρά (1 θηλυκό και 2 αρσενικά). Στο τέλος του χειμώνα έχουμε στην περιοχή για το πρώτο σενάριο μια μεγάλη (ενήλικη) γουρούνα και δυο μικρά (ένα αρσενικό και 1 θηλυκό) και για το δεύτερο σενάριο μόνο 3 μικρά (2 θηλυκά και 1 αρσενικό). Ετσι την ερχόμενη άνοιξη μετά τις γέννες θα έχουμε για το πρώτο σενάριο την μεγάλη γουρούνα με τα 6 μικρά της (3 θηλυκά και 3 αρσενικά) και τα δυο μικρά του χειμώνα που έχουν γίνει έφηβοι και το θηλυκό έχει γεννήσει 3 μικρά (2 θηλυκά και 1 αρσενικό). Για το δεύτερο σενάριο, οι δυο έφηβες πλέον θηλυκές έχουν γεννήσει από τρία μικρά και υπάρχουν συνολικά 6 μικρά (3 αρσενικά και 3 θηλυκά) και ένας έφηβος κάπρος.

Με το κυνήγι το ερχόμενο φθινόπωρο για το πρώτο σενάριο χτυπάμε 8 μικρά (4 αρσενικά και 4 θηλυκά) και για το δεύτερο σενάριο χτυπάμε όλα τα μεγάλα (τις 2 έφηβες γουρούνες και το καπράκι) και τα 5 μικρά (3 αρσενικά και 2 θηλυκά). Ετσι στο τέλος του χειμώνα (λήξη κυνηγίου) στην περιοχή έχουν μείνει για το πρώτο σενάριο μια μεγάλη γουρούνα, μια έφηβη, ένα μικρό θηλυκό και ένα έφηβο καπρί, και για το δεύτερο σενάριο μόνο ένα μικρό θηλυκό.

Με τις γέννες της άνοιξης έχουμε για το πρώτο σενάριο 2 ενήλικες γουρούνες που θα γεννήσουν από 6 μικρά, μια έφηβη που θα γεννήσει 3 (συνολική παραγωγή 9 μικρά) και έναν κάπρο 3 ετών. Για το δεύτερο σενάριο έχουμε μόνο μια έφηβη γουρούνα που θα γεννήσει μόνο 3 μικρά.

Βλέπουμε λοιπόν, ότι αν, μόλις έρθει το κοπάδι στο καρτέρι μας το στόχαστρο πάει αυτόματα στα μικρά και αφήσουμε τις γουρούνες να περάσουν, μέσα σε τρία χρόνια η περιοχή μας θα πλημμυρίσει γουρούνια. Για τους «γουρουνάδες» το μέτρο αυτό είναι ιδιαίτερα εφαρμόσιμο και αποτελεσματικό, γιατί αυτοί είναι οι κυνηγοί που κατ” εξοχήν κυνηγούν στα ίδια μέρη, τα γνωρίζουν πολύ καλά και αυτοί πρώτοι θα δρέψουν τους καρπούς από την εφαρμογή αυτού του κανόνα.

Αφήστε λοιπόν τους αφελείς να λένε ότι ο μόνος τρόπος για να αυξηθεί το θήραμα είναι να απαγορευθεί το κυνήγι για κάποια χρόνια ή σε κάποιες περιοχές κλπ. Αυτοί ή αντικυνηγοί είναι ή κυνηγοί που μόνο κακό στο κυνήγι κάνουν.

Πολλές φορές ακούμε κάποιους φίλους μας να λένε ότι πρέπει να απαγορευθεί το κυνήγι (χρονικά ή γεωγραφικά) για να περισσέψει το θήραμα και πολλά άλλα διάφορα. Και αν αυτά τα λένε άνθρωποι απλοϊκοί έχει καλώς. Το ζήτημα είναι ότι τα λένε και άνθρωποι που βρίσκονται στα κέντρα των αποφάσεων. Σ” αυτή την περίπτωση είτε πρόκειται για εγκληματική άγνοια, είτε για σκόπιμη ενέργεια με αντικυνηγετικούς σκοπούς. Υπάρχουν όμως και άλλοι τρόποι να αυξηθούν τα θηράματα με ταυτόχρονη άσκηση του κυνηγιού, αρκεί να εφαρμόσουμε κάποια διαχειριστικά μέτρα τα οποία είναι πολύ απλά στην πράξη και η εφαρμογή τους εξαρτάται βασικά από εμάς τους κυνηγούς. Θα δούμε λοιπόν παρακάτω την περίπτωση της αύξησης του πληθυσμού του αγριόχοιρου, με ταυτόχρονη άσκηση του κυνηγίου, με μόνο εργαλείο την ποιοτική επιλογή στην κυνηγετική κάρπωση.

Στις εικόνες 1-3 φαίνεται παραστατικά ο μηχανισμός αύξησης του πληθυσμού του αγριόχοιρου, αν για μια χρονιά αποφεύγουμε να χτυπάμε τα μεγάλα θηλυκά.

Και να πως εξηγείται:

Εικ. 1. Περίπτωση 1η. Εστω ότι σε μια περιοχή με την έναρξη της κυνηγετικής περιόδου υπάρχουν 10 ζώα: 5 ενήλικα και 5 ανήλικα και με το κυνήγι τα παίρνουμε όλα. Την ερχόμενη άνοιξη δεν υπάρχει τίποτα για να δώσει παραγωγή.

Εικ. 2. Περίπτωση 2η. ΄Εστω πάλι ότι στην περιοχή με την έναρξη της κυνηγετικής περιόδου υπάρχουν 10 ζώα : 5 ενήλικα και 5 ανήλικα και με το κυνήγι χτυπιούνται τα μισά και είναι και τα πέντε ενήλικα δηλ. τα πιο μεγάλα. Την ερχόμενη άνοιξη θα έχουμε 5 έφηβα που θα γεννήσουν το πιθανότερο 5 γουρουνόπουλα.

Εικ. 3. Περίπτωση 3η. Εστω τώρα ότι στην περιοχή με την έναρξη της κυνηγετικής περιόδου υπάρχουν 10 ζώα : 5 ενήλικα και 5 ανήλικα και με το κυνήγι χτυπιούνται τα μισά και τα οποία είναι τα 4 νεαρά και μόνο το 1 ενήλικο (μεγάλο). Την ερχόμενη άνοιξη θα έχουμε 4 ενήλικα ζώα και 15 γουρουνόπουλα.

Βλέπουμε λοιπόν ότι ο αρχικός πληθυσμός διπλασιάζεται, ενώ θηρεύσαμε και το μισό του.

Επομένως, αν έρθει το κοπάδι στο καρτέρι μας και το στόχαστρο πάει αυτόματα στα μικρά και αφήσουμε τις γουρούνες να περάσουν, την ερχόμενη άνοιξη η περιοχή μας θα πλημμυρίσει γουρούνια. Για τους «γουρουνάδες» το μέτρο αυτό είναι ιδιαίτερα εφαρμόσιμο και αποτελεσματικό, γιατί αυτοί είναι οι κυνηγοί που κατ” εξοχήν κυνηγούν στα ίδια μέρη, τα γνωρίζουν πολύ καλά και αυτοί πρώτοι θα δρέψουν τους καρπούς από την εφαρμογή αυτού του κανόνα.

Αφήστε λοιπόν τους αφελείς να λένε ότι ο μόνος τρόπος για να αυξηθεί το θήραμα είναι να απαγορευθεί το κυνήγι για κάποια χρόνια ή σε κάποιες περιοχές κλπ. Αυτοί ή αντικυνηγοί είναι ή κυνηγοί που μόνο κακό στο κυνήγι κάνουν.

Συντάχθηκε απο τον Καραμπατζάκη Θεοφάνη – Επιστημονικό Συνεργάτη ΚΟΜΑΘ
www.kysyp.gr

Comments are closed.