ΒΛΗΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΑΤΣΑΛΙΝΩΝ & ΜΟΛΥΒΔΙΝΩΝ ΣΚΑΓΙΩΝ

Εδώ και αιώνες επικρατούσε η αντίληψη ότι τα μολύβδινα και μόνο σκάγια διαθέτουν τις απαραίτητες βλητικές ικανότητες, ώστε να καταβάλλουν ακόμη και τα πιο ογκώδη θηράματα.
Η αντίληψη όμως αυτή αναθεωρήθηκε αναγκαστικά (κυρίως στη Β. Αμερική), λόγω της τοξικότητας των οξειδίων του μολύβδου και της δηλητηρίασης των υδρόβιων (κυρίως) θηραμάτων που αυτή συνεπάγεται. Έτσι, κάποια στιγμή, πρώτες οι αμερικάνικες εταιρείες παραγωγής φυσιγγίων επιδόθηκαν στην προσπάθεια εύρεσης κατάλληλου υλικού που θα μπορούσε να αντικαταστήσει τον μόλυβδο.
Βασική προϋπόθεση για την επιλογή του υλικού ήταν να ικανοποιεί τους ακόλουθους παράγοντες:
α) Να μην είναι τοξικό.
β) Να προσφέρει αποδεκτά βλητικά αποτελέσματα.
γ) Να είναι οικονομικά συμφέρουσα η παραγωγή των σκαγιών (σε σχέση με εκείνη των μολύβδινων).
Ο σίδηρος

Απ’ όσα υλικά τελικά εντοπίστηκαν, ο σίδηρος ήταν αυτός που ικανοποίησε σε μεγαλύτερο ποσοστό τους παράγοντες που προαναφέρθηκαν. Ας εντοπίσουμε όμως και ας αναλύσουμε τα πλεονεκτήματα – μειονεκτήματα που παρουσιάζουν συγκρινόμενα τα δύο υλικά (μόλυβδος – σίδηρος).
Ενώ σαν πλεονέκτημα των μολύβδινων σκαγιών εμφανίζεται το αυξημένο βάρος τους (σε σύγκριση με το αντίστοιχο ισομεγεθών ατσάλινων), πράγμα που σημαίνει ότι η αποδιδόμενη ενέργεια είναι και αυτή αυξημένη, ταυτόχρονα σαν μειονέκτημα εμφανίζεται η αδυναμία τους (λόγω της μαλακότητας του υλικού) να διατηρήσουν το σφαιρικό τους σχήμα, κατά τη διάρκεια της συμπίεσής τους από τις δυνάμεις της ανάφλεξης και του περάσματος από τον κώνο προσαρμογής, το εσωτερικό της κάννης και της σύσφιγξης (λόγω τριβών).
Έτσι, ανάλογα με την τεχνική που έχει εφαρμοστεί για τη γόμωση ενός φυσιγγίου, ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό σκαγιών θα παραμορφωθεί προτού αυτά αφήσουν το στόμιο της κάννης. Τα παραμορφωμένα σκάγια έχουν την ιδιότητα να «αφήνουν» εκτεθειμένη μεγαλύτερη επιφάνεια στην ατμοσφαιρική αντίσταση (απ’ ό,τι τα τελείως σφαιρικά), με αποτέλεσμα να εκτρέπεται η τροχιά τους μακριά από το σημείο σκόπευσης, μειώνοντας κατά συνέπεια το ποσοστό της συγκέντρωσης.
Επιπρόσθετα, στα παραμορφωμένα σκάγια δεν «παραμένει» τόση ενέργεια όση στα σφαιρικά κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους (εντονότερη επιβράδυνση) στην ατμόσφαιρα, οπότε τείνουν να βρεθούν πίσω από εκείνα που έχουν διατηρηθεί σφαιρικά, επιμηκύνοντας σοβαρά το νέφος των σκαγιών.
Συμπερασματικά, τα μαλακά, παραμορφωμένα μολύβδινα σκάγια προκαλούν αυξημένη κατά μήκος διασπορά (του νέφους), με συνέπεια να έχουμε τραυματισμούς και φυσικά απώλειες βληθέντων θηραμάτων (ενώ ενδεχομένως η σκόπευση να είναι σωστή). Μια άλλη από τις αιτίες που προκαλούν την παραμόρφωση (άρα και την κατά μήκος και κατά πλάτος διασπορά) των μολύβδινων σκαγιών, είναι η «κοντή κολώνα αμορτισάζ των πλαστικών βυσμάτων ή συνολικά η κακή ποιότητά τους.
Για να ξεπεραστεί το πρόβλημα, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν μολύβδινα σκάγια με υψηλή περιεκτικότητα σε αντιμόνιο (βασικότερος παράγοντας σκλήρυνσης του μολύβδου) της τάξης του 5% -7% (ανάλογα με το μέγεθος των σκαγιών).
Είναι συχνό το φαινόμενο να παίρνουμε φτωχότερες συγκεντρώσεις από γομώσεις τύπου «demi-magnum» 42 γρ., με κοντή «κολώνα αμορτισάζ» του βύσματος και με ακατάλληλα σκάγια (μαλακά, όχι απόλυτα σφαιρικά κ.λπ.), απ’ ό,τι από άλλες «ελαφρότερες» (35 γρ.) που είναι όμως εφοδιασμένες με υψηλότερες «κολώνες αμορτισάζ» και με σκάγια της ενδεδειγμένης ποιότητας – σκληρότητας.
Αντίθετα με τα μολύβδινα, τα ατσάλινα σκάγια σκληρότητας 75 DPH ή σκληρότερα (90 DPH) τείνουν να διατηρήσουν το σφαιρικό τους σχήμα αντιστεκόμενα στην παραμόρφωση (γι’ αυτό και δεν έχουν ανάγκη από υψηλές «κολώνες αμορτισάζ») και εξέρχονται από την κάννη ουσιαστικά σφαιρικά.
Οι τρεις παράγοντες.
Από πειράματα που έγιναν, βρέθηκε ότι τα μολύβδινα σκάγια θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 12% βαρύτερα από τα αντίστοιχα ατσάλινα του ιδίου μεγέθους, για να μπορέσουν να αποδώσουν την ίδια ενέργεια. Και αυτό, λόγω της παραμόρφωσης (άρα και της απώλειας ενέργειας) που χαρακτηρίζει τη μαλακότητα του μολύβδου σε σχέση με τη σκληρότητα του σιδήρου.
Τρεις είναι οι κύριοι παράγοντες που καθορίζουν τη βλητική αποτελεσματικότητα των φυσιγγίων με σκάγια:
α) Το σχήμα των σκαγιών (παραμορφωμένα ή όχι)
β) Το βάρος τους
γ) Η αρχική ταχύτητά τους
Έτσι, τα ατσάλινα σκάγια, λόγω της διατήρησης του σχήματός τους, μπορούν να ταξιδεύουν (με άνεση), αντιμετωπίζοντας την ατμοσφαιρική αντίσταση αποτελεσματικότερα απ’ ό,τι επιτρέπει το μικρό τους βάρος. Μόνο στην περίπτωση του δεύτερου παράγοντα φαίνονται να είναι κατώτερα των μολύβδινων (το ατσάλι είναι 32% ελαφρύτερο του μολύβδου).
Σε πολλούς λοιπόν επικρατεί η άποψη ότι ο παράγοντας «βάρος» καθιστά τα ατσάλινα σκάγια κατώτερα των μολύβδινων. Ωστόσο, αυτό είναι αλήθεια μόνο στην περίπτωση που συγκριθούν ατσάλινα και μολύβδινα σκάγια του ιδίου μεγέθους. Για να επιτευχθούν αντίστοιχα βλητικά δεδομένα, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν ατσάλινα σκάγια «μεγαλύτερα» κατά δύο μεγέθη (περίπου).
Έτσι, για παράδειγμα, τα μολύβδινα σκάγια 4, 3 ή 2 μπορούν να αντικατασταθούν αντίστοιχα από ατσάλινα 2, 1 ή 13 (αμερικανική κλίμακα). Επειδή η παραμένουσα ενέργεια (κινητική) είναι συνάρτηση της μάζας και της ταχύτητας (Κ.Ε. =½ m x v2), η ελαφρότερη μάζα του σιδήρου αντισταθμίζεται από την αύξηση της ταχύτητας (αρχικής).
Εάν υποθέσουμε ότι ένα νέφος ατσάλινων σκαγιών νούμερο 2 βάλλεται με αρχική ταχύτητα των Vo=410 m/s, τότε τα σκάγια του νέφους, ένα προς ένα, θα έχουν περίπου την ίδια «παραμένουσα» ενέργεια στα 50 m με αντίστοιχα μολύβδινα νούμερο 4, που όμως βάλλονται με αρχική ταχύτητα Vo=375 m/s.
Συμπερασματικά, διαπιστώνουμε ότι τα ατσάλινα σκάγια είναι το ίδιο αποτελεσματικά με τα μολύβδινα, αρκεί να «ανέβουμε» δύο νούμερα επάνω από τη συνηθισμένη χρήση και να τους εξασφαλίσουμε υψηλότερη αρχική ταχύτητα. Όπως είναι προφανές, η κανονικότητα του σχήματος των ατσάλινων σκαγιών έχει σαν συνέπεια την καλύτερη συγκέντρωση σε σχέση με τα μολύβδινα.
Έτσι, για παράδειγμα, ενώ τα μολύβδινα σκάγια δυσκολεύονται να δώσουν συγκεντρώσεις της τάξης του 70% στα 35 m ή 30-35% στα 55 m όταν βάλλονται από πλήρη σύσφιγξη (full), αντίστοιχα τα ατσάλινα θα δώσουν 80-92% συγκεντρώσεις στα 35 m και 45-60% στα 55 m όταν βάλλονται από μισή σύσφιγξη (mod.). Με το παράδειγμα αυτό γίνεται πλέον σαφής ο ρόλος της κανονικότητας του σχήματος. Ένα άλλο προσόν που εμφανίζουν τα ατσάλινα σκάγια, είναι η μικρότερη «κατά μήκος» διασπορά σε σχέση με εκείνη των μολύβδινων.
length_4Επειδή τα ατσάλινα σκάγια που αποτελούν ένα ενιαίο νέφος δεν εκτρέπονται της τροχιάς τους (οπότε το συνολικό νέφος τείνει να ταξιδεύει κατά μήκος της γραμμής σκόπευσης), θα δώσουν υψηλές συγκεντρώσεις, λόγω της φύσης τους, γι’ αυτό και δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούμε έντονες συσφίγξεις (extra full, full ή ακόμα και imp. mod.), διότι και η κάννη καταπονείται και τα αποτελέσματα θα είναι αρνητικά.
Οι κατάλληλες συσφίγξεις για την περίπτωση των ατσάλινων σκαγιών είναι cyl, imp. cyl, mod, οι οποίες εξασφαλίζουν υπέρ αρκετές συγκεντρώσεις, ακόμα και στις μακρινότερες αποστάσεις. Οι φθορές που υφίστανται οι κάννες, εφόσον χρησιμοποιούνται οι συσφίγξεις που προαναφέρθηκαν, είναι αμελητέες.
Γι’ αυτό ακριβώς και όλοι οι κατασκευαστές όπλων (είτε αυτά διαθέτουν επιχρωμιωμένες κάννες είτε όχι) σπεύδουν να διασαφηνίσουν στα διαφημιστικά τους φυλλάδια ότι τα όπλα τους είναι συμβατά με τη χρήση ατσάλινων σκαγιών. Είναι λοιπόν η περίπτωση των ατσάλινων σκαγιών ή λύση για την επίτευξη απόλυτων βλητικών αποτελεσμάτων;
Η απάντηση του γράφοντος είναι πως «όχι», και αυτό διότι αφενός το κόστος των φυσιγγίων είναι πολύ υψηλό (δεν υπάρχει εγχώρια παραγωγή) και αφετέρου απαιτούν σκοπευτική δεινότητα λόγω των υψηλών συγκεντρώσεων και του μικρού αριθμού σκαγιών (όπως αναφέρθηκε πρέπει να χρησιμοποιούνται σκάγια δύο μεγέθη μεγαλύτερα) που περιέχονται στο φυσίγγι, στοιχεία που τα καθιστούν μη «δημοφιλή», τουλάχιστον στην πατρίδα μας.
Γι’ αυτό και οι διάφορες εταιρείες προσανατολίζονται στην αντικατάσταση του σιδήρου από άλλα υλικά «βαρύτερά» του, όπως το βισμούθιο και το ταντζέντιο.
Για να έχουμε επιτυχίες στο κυνήγι, η «συνταγή» είναι μία και αλάθητη (τουλάχιστον προς στιγμή). Να χρησιμοποιείτε σκάγια σκληρά (5% αντιμόνιο) υψηλής ποιότητας και κατεργασίας (κανονικό σφαιρικό σχήμα, όχι διαφοροποιήσεις μεγεθών σε μια γόμωση), πυρίτιδες προοδευτικής καύσης (ώστε να μην έχουμε έντονες παραμορφώσεις κατά τη διάρκεια της ανάφλεξης), υψηλές «κολώνες αμορτισάζ» των πλαστικών βυσμάτων (για να εκτονώνεται αποτελεσματικότερα το κρουστικό κύμα της έκρηξης μέχρι να αρχίσει η τροχιοδρόμηση του φορτίου των σκαγιών στο εσωτερικό της κάννης) και αστεροειδές κλείσιμο.
Του Παναγιώτη Τριβέλα
knf.gr

This entry was posted in Όπλα. Bookmark the permalink.

Comments are closed.