Τσίχλα-Οι αιφνίδιες επανεμφανίσεις

Μέχρι τα τώρα με τις τσίχλες, τα «στερνά» δεν τίμησαν τα πρώτα… Αν και στα τέλη του Σεπτέμβρη – αρχές Οκτώβρη γίνανε καλά μπασίματα στην Πελοπόννησο, μετά τα καρτέρια «σίγησαν».
Παραδοσιακοί τσιχλότοποι, όπως ο κάμπος της Καλαμάτας, ο Αχλαδόκαμπος και το Γύθειο, δεν ανταποκρίθηκαν φέτος ούτε στο ελάχιστο των προσδοκιών… Ωστόσο, σε αυτό το δεύτερο δεκαήμερο του Ιανουαρίου, κάποιες μέρες οι τσίχλες εμφανίζονται σε μεγάλους αριθμούς, κυρίως μετά έναν παγετό.
Στα πεδινά σημεία του τόπου μου, γύρω στα 400 με 600 μέτρα υψόμετρο, κάποιες μέρες γίνεται «χαμός» από δαύτες! Προτιμούν μικρούς απομονωμένους κάμπους και τα διάσπαρτα μικρά λιοστάσια που βγάζουν οι ντόπιοι το λαδάκι τους… Γύρω γύρω απλώνονται δασάκια βελανιδιάς, μεγάλες βατιόνες, κυπαρίσσια και πυκνά αδιάβατα ρέματα. Αυτά ειδικά τα ρέματα, κάποιες μέρες με πάγο όπου όλα γύρω ασπρίζουν, είναι σαν να «βράζουν» από τσίχλες και κοτσύφια!

Αυτές οι τσίχλες που εμφανίζονται ξαφνικά μαζί με την έλευση του πάγου, δεν έχουν καμιά ομοιότητα στη συμπεριφορά με τα πουλιά των περασμάτων του Φλεβάρη. Κατ΄ αρχάς, δεν… κάνουν καθόλου πέρασμα! Μένουν όλη μέρα εκεί που βόσκησαν στον κάμπο, και το απόγευμα ελάχιστα πουλιά κατευθύνονται προς το πουρνάρι για τη βραδινή κούρνια. Βέβαια, τις μέρες που συμβαίνει αυτό, δεν φυσάει αέρας που να αναγκάσει τις τσίχλες να αναζητήσουν καταφύγιο στις χαράδρες και στα απάνεμα των πουρναριών…
Οσοι τα κυνηγήσουν σε αυτές τις ξαφνικές «εμφανίσεις» τους με τον πάγο, θα διαπιστώσουν πως είναι πουλιά ήρεμα, που πετάγονται εντός του βεληνεκούς του όπλου. Ακόμα και μόνος του να είναι ένας κυνηγός θα μπορέσει να έχει επιτυχίες, όμως το καλύτερο και πιο αποδοτικό κυνήγι σε αυτές τις περιπτώσεις είναι το «περπατητό» με δύο άτομα: δηλαδή, ένας κυνηγός αριστερά από τον φράχτη, τη συστάδα των δέντρων, το ρέμα ή το ποτάμι, και ένας δεξιά από την άλλη πλευρά.
Η απόστασή τους θα πρέπει να είναι γύρω στα 30 με 40 μέτρα και, ανάλογα με τη μορφολογία του εδάφους, ο ένας πάει λίγο πιο μπροστά και ο άλλος λίγο πιο πίσω… Με αυτήν την τακτική, ο ένας «σπρώχνει» τα πουλιά και ο άλλος είναι ακίνητος πιο μπροστά και περιμένει.
Δεν είναι λίγες οι φορές που ψάχνοντας για μπεκάτσα συναντώ δεκάδες «πιασμένες» τσίχλες που δεν έχει αντιληφθεί κανένας άλλος, ωστόσο φέτος αυτό δεν ήταν συχνό όπως άλλες χρονιές… Σε αυτά τα «πιασμένα» πουλιά, η παρουσία άλλων κυνηγών δεν είναι πάντα αρνητική. Οταν γνωρίζεις ένα μέρος και ξέρεις τα ρέματα, μπορείς να προβλέψεις τις κινήσεις των άλλων ομάδων και προς τα πού θα «σπρώξουν» τα πουλιά. Ετσι, μπορεί να κάνεις κάποιες τσίχλες ακούραστα, περιμένοντας για λίγο τις προγκηγμένες τσίχλες.
Στους κισσούς…
Ωστόσο, οι τσίχλες αυτές «χάνονται» αμέσως μόλις ο καιρός γλυκάνει λίγο! Είναι πουλιά για μία, το πολύ δύο ημέρες, αφού μετά ανεβαίνουν ψηλά στα πουρνάρια μέχρι να… ξαναχτυπήσει ο πάγος.
Στα οροπέδια της Αρκαδίας άξιζε να ασχοληθείς με την τσίχλα μετά τα Χριστούγεννα, φέτος όμως οι τσίχλες μας… έχουν απαρνηθεί, τουλάχιστον μέχρι τώρα. Βέβαια, υπάρχει πάντα η ελπίδα ότι ο Φλεβάρης θα είναι καλύτερος, όπως ακριβώς έχει γίνει και άλλες χρονιές.
Ο Φλεβάρης είναι ένας μήνας που μας έχει συχνά «αποζημιώσει» στα πρωινά περάσματα, όταν οι ταξιδιάρες τσίχλες «μπαίνουν» μαζικά στους τόπους με… τους κισσούς! Τότε, η πιο αποδοτική τακτική είναι το καρτέρι… μέσα στο ποτάμι, είτε στα φιόρδ και στα πλατώματα δίπλα από το νερό. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη κάλυψη γιατί τα πλατάνια την παρέχουν ούτως ή άλλως, όμως η ακινησία και η αποφυγή άσκοπων κινήσεων είναι και εδώ επιβεβλημένες.
Οι πιο βασικές προϋποθέσεις για ένα καλό κυνήγι στον κισσό είναι δύο: η πρώτη φυσικά, είναι να υπάρχουν τσίχλες και η δεύτερη προϋπόθεση είναι να μη βρέχει! Τις βροχερές μέρες οι τσίχλες δεν κινούνται και αποφεύγουν να μπουν στους κισσούς του ποταμού, όπου όλα είναι βρεγμένα.
Αντιθέτως, ένας παρατεταμένος παγετός και… «ήλιος με δόντια», σημαίνει ότι όλα τα πουλιά θα καταλήξουν στα ρέματα. Ο βοριάς και το κρύο σπρώχνουν τις τσίχλες – κυρίως τις κοκκινούλες- στα ποτάμια, από τα μέσα του Γενάρη και όλο τον Φλεβάρη (τότε έχει γίνει ο καρπός του κισσού στα ποτάμια).
Η πιο κατάλληλη στιγμή για να σηκώσουμε τουφέκι, είναι όταν η τσίχλα πάει να κάτσει στο κλαρί. Εκείνη τη στιγμή κοιτάει πού θα πατήσει και δεν βλέπει την κίνηση της επώμισης…
Ο κότσυφας που μπαίνει απευθείας στον κισσό, θέλει πιο πολύ «σπιρτάδα» από την πλευρά του κυνηγού.
ΤΟ ΓΝΩΡΙΖΑΤΕ;
Στον κισσό δεν χρειάζονται πολλοί κυνηγοί, αλλά ούτε και ένας μόνος του. Χρειάζονται κάποια τουφέκια ώστε να μετακινούνται και να «παίζουν» οι τσίχλες και τα κοτσύφια.
Είναι ένα κυνήγι που θέλει καλή επιλογή καρτεριού και κυρίως υπομονή…
Μπάμπης Γκαβάς
ethnos.gr

This entry was posted in Περί θηραμάτων. Bookmark the permalink.

Comments are closed.